Έρευνες
Οι αγνοούμενοι του Ιράν
Η νέα έρευνα του ant1news.gr, βασισμένη σε στοιχεία του ΟΗΕ, εκθέσεις διεθνών οργανώσεων και απόρρητα έγγραφα που διέρρευσαν, αποκαλύπτει το εύρος της καταστολής που παραμένει εκτός του αμερικανο-ιρανικού Μνημονίου Κατανόησης.

Μόνο τους τελευταίους έξι μήνες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν και εκτελέστηκαν από το καθεστώς του Ιράν. Η νέα έρευνα του ant1news.gr βασισμένη σε εκθέσεις του ΟΗΕ, αναφορές ανθρωπιστικών οργανώσεων και έγγραφα διαρροών, φέρνει στο φως τις βίαιες μεθόδους καταστολής και τις κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που έχουν μείνει εκτός του αμερικανο-ιρανικού Μνημονίου Κατανόησης.
του Χάρη Καρανίκα
Η πρόσφατη υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης αναμφίβολα αποτελεί μία “νίκη” της διπλωματίας απέναντι στις απώλειες του πολέμου. Στον πυρήνα του κειμένου βρίσκεται η κρίσιμη δέσμευση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ - εξέλιξη που εγγυάται τη σταθεροποίηση των παγκόσμιων αγορών ενέργειας, διασφαλίζοντας την ομαλή διέλευση του πετρελαίου- και τα θεμέλια των βάσεων για τις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, η οποία δεσμεύεται να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ακόμα, αναφέρεται η δημιουργία ενός σχεδίου ανοικοδόμησης του Ιράν, η αξία του οποίου θα αγγίζει τουλάχιστον τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια και σημαντική χαλάρωση του υφιστάμενου καθεστώτος των κυρώσεων.
Οι δύο πλευρές συμφωνούν ανάμεσα σε άλλα να μην αναμειγνύονται στις “εσωτερικές υποθέσεις” η μία της άλλης. Το οποίο σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει καμία αμερικανική διπλωματική στήριξη στα κινήματα και όλους όσοι έχουν πληγεί και πλήττονται από την βίαιη, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, καταστολή από το ιρανικό καθεστώς. Ο αριθμός αυτών των θυμάτων δεν είναι αμελητέος: μόνο τους τελευταίους έξι μήνες ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες.
Στις διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου 2025, τα αρχικά κίνητρα ήταν κυρίως οικονομικά: η πτώση του ριάλ έμοιαζε με βαρέλι δίχως πάτο και ο πληθωρισμός κάλπαζε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια μετεξελίχθηκε σύντομα σε αμφισβήτηση της εξουσίας, με τα συνθήματα να γίνονται ανοιχτά αντι-κυβερνητικά από την δέκατη ημέρα των κινητοποιήσεων και μετά. Το κύμα των διαδηλώσεων επεκτάθηκε σε περισσότερες από 203 πόλεις του Ιράν, εμπλέκοντας διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ενώ 36 πανεπιστημιακά ιδρύματα εντάχθηκαν στις κινητοποιήσεις.
Σύμφωνα με την εκτενή έκθεση "The Crimson Winter" της ιρανικής οργάνωσης Human Rights Activists News Agency (HRANA), ο κρατικός μηχανισμός ανέπτυξε τις δυναμεις των Φρουρών της Επανάστασης, την παραστρατιωτική οργάνωση Basij, τη Διοίκηση Επιβολής του Νόμου, καθώς και μυστικούς πράκτορες. Ο οπλισμός που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του άμαχου πληθυσμού περιελάμβανε πολεμικά τυφέκια, ημιαυτόματα όπλα , πιστόλια, όπλα paintball για το μαρκάρισμα διαδηλωτών, όπλα ελεύθερων σκοπευτών, καθώς και πολυβόλα τοποθετημένα σε οχήματα. Η βία κλιμακώθηκε κατά το διήμερο 8 και 9 Ιανουαρίου 2026, ενώ στην έκθεση καταγράφεται η εφαρμογή μίας “νέας” πρακτικής από τις δυνάμεις ασφαλείας: η “χαριστική βολή” σε ήδη τραυματισμένους διαδηλωτές.
Η καταστολή δεν περιορίστηκε στους δρόμους. Αναφέρθηκαν εκτεταμένες επιδρομές σε νοσοκομεία και κέντρα πρώτων βοηθειών, με στόχο τη σύλληψη τραυματισμένων πολιτών αλλά και ιατρικού προσωπικού.
Στις 21 Ιανουαρίου 2026, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν ανακοίνωσε ότι ο αριθμός των νεκρών ανερχόταν σε 3.117 άτομα, εκ των οποίων, σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι 2.427 θεωρούνταν "μάρτυρες". Από τις 8 Ιανουαρίου, οι ιρανικές αρχές είχαν επιβάλει ολοκληρωτικό “μπλακ άουτ” στο διαδίκτυο και τις τηλεπικοινωνίες, το οποίο διήρκεσε σχεδόν τρεις εβδομάδες. Το σκοτάδι αυτό φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ως “ασπίδα” για τη διάπραξη μαζικών εκτελέσεων, δυσχεραίνοντας την άμεση τεκμηρίωση από τις οργανώσεις. Όταν το ψηφιακό τείχος που είχε υψώσει η Τεχεράνη άρχισε σταδιακά να παρακάμπτεται μέσω δορυφορικού ίντερνετ και άλλων συνδέσεων, διεθνείς έρευνες έφεραν στο φως στοιχεία που κατέρριψαν το κρατικό αφήγημα των 3.117 νεκρών. Στα τέλη Ιανουαρίου του 2026, το αμερικανικό περιοδικό TIME, επικαλούμενο τον Γερμανο-ιρανό χειρουργό Amir Parasta και τοπικούς αξιωματούχους υγείας, εκτόξευσε τις εκτιμήσεις σε περισσότερους από 30.000 νεκρούς το διήμερο 8-9 Ιανουαρίου.
Η βρετανική εφημερίδα Guardian την ίδια περίοδο, βασισμένη σε δίκτυο ιατροδικαστών, επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις, αναφέροντας ότι πολλά θύματα έφεραν τραύματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού καθώς τρέπονταν σε φυγή. Το ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης Iran International, με έδρα τη Βρετανία, αποκάλυψε διαρροή εγγράφου των Φρουρών της Επανάστασης προς το Ανώτατο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο κατέγραφε πάνω από 36.500 νεκρούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ, Μάι Σάτο, ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου, επικαλούμενη ιατρικές πηγές, είχε προειδοποιήσει δημόσια ότι ο αριθμός των θυμάτων "ενδέχεται να φτάνει τις δεκάδες χιλιάδες". Από την πλευρά της η οργάνωση HRANA, μέσα από διεξοδική ταυτοποίηση, κατάφερε να καταγράψει και να επιβεβαιώσει 7.007 θανάτους έως τις 15 Φεβρουαρίου 2026, υπογραμμίζοντας ότι αυτό το νούμερο αποτελεί το ελάχιστο τεκμηριωμένο όριο. Οι συλλήψεις προσέγγισαν τις 54.000 μέσα σε πενήντα ημέρες και ο κρατικός μηχανισμός μετέδωσε 369 βίντεο “ομολογιών ενοχής”, στα οποία εμφανίζονταν 336 άτομα σε κατάσταση πίεσης.
Αυτές οι εξελίξεις έρχονταν μετά από ένα έτος βαθιάς καταπίεσης. Κατά τη διάρκεια του 2025, η χώρα κατέγραψε ραγδαία αύξηση της κρατικής βίας, με μη κυβερνητικές οργανώσεις να αναφέρουν ότι εντός του 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 2.000 εκτελέσεις, με μόλις 7% από αυτές να ανακοινώνεται επίσημα από κρατικές πηγές. Η Ανεξάρτητη Διερευνητική Αποστολή του ΟΗΕ είχε ήδη τεκμηριώσει τη ραγδαία αύξηση των εκτελέσεων και την αυξανόμενη συστημική καταπίεση, ιδιαίτερα κατά των γυναικών, ως βασικά χαρακτηριστικά του 2025, τα οποία αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για την έκρηξη του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου.
Οι εκτελέσεις του Ιανουαρίου μπήκαν άμεσα στο στόχαστρο των διεθνών οργανισμών: Στις 23 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ πραγματοποίησε την 39η Ειδική Συνεδρίασή του στη Γενεύη, εγκρίνοντας ψήφισμα με το οποίο επεκτάθηκε για δύο ακόμη χρόνια η θητεία της Ανεξάρτητης Διερευνητικής Αποστολής για το Ιράν και η εντολή της Ειδικής Εισηγήτριας. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης, η Μάι Σάτο αποκάλυψε την κυνική πρακτική των αρχών απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων: οι ιρανικές αρχές εκβίαζαν τους συγγενείς, απαιτώντας πληρωμές μεγάλης αξίας για την παράδοση των σορών. Επιπλέον, οι οικογένειες αναγκάζονταν να υπογράψουν ψευδείς δηλώσεις ότι τα θύματα συγγενείς τους ήταν δήθεν μέλη των πολιτοφυλακών Basij, τα οποία σκοτώθηκαν από "τρομοκράτες", "ταραχοποιούς" και "μισθοφόρους", αντί να κατονομάσουν τις δυνάμεις ασφαλείας που τους πυροβόλησαν.
Ο σκοπός αυτής μεθόδευσης φέρεται να ήταν διπλός: Από τη μία, το καθεστώς επιχειρούσε να “κλέψει” τους νεκρούς των διαδηλώσεων, βαφτίζοντάς τους κυβερνητικούς “μάρτυρες”, προκειμένου να διογκώσει τεχνητά τον αριθμό των κρατικών απωλειών και των θυμάτων των δυνάμεων ασφαλείας. Από την άλλη, ενοχοποιούσε το ίδιο το κίνημα διαμαρτυρίας, κατηγορώντας τους διαδηλωτές ως "τρομοκράτες" που δήθεν δολοφονούσαν αμάχους και στρατιώτες.
Την ίδια ώρα μη κυβερνητικές οργανώσεις απηύθυναν προς τους διεθνείς οργανισμούς δραματικές εκκλήσεις. Η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε αναφορές κάνοντας λόγο για "στρατιωτικοποιημένη καταστολή", τεκμηριώνοντας μαζικές αυθαίρετες κρατήσεις και εξαφανίσεις, ενώ προειδοποίησε ότι δεκάδες χιλιάδες κρατούμενοι διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο σεξουαλικής βίας και βασανιστηρίων. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατήγγειλε τη διάπραξη "μαζικών δολοφονιών", δημοσιοποιώντας μαρτυρίες από το νεκροτομείο του Καχριζάκ, όπου τα πτώματα των διαδηλωτών βρίσκονταν πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο, φέροντας ανοιχτά τραύματα, σφαίρες, ακόμα και ιατρικούς σωλήνες διασωλήνωσης ή αυτοκόλλητα ηλεκτροκαρδιογραφήματος στο στήθος. Η οργάνωση CHRI, με τη σειρά της, ανέδειξε μία συντονισμένη εκστρατεία μετατροπής μικρών περιφερειακών πόλεων σε "πεδία εκτελέσεων και μυστικές φυλακές", με ανθρώπους να αρπάζονται από τα σπίτια τους μέσα στη νύχτα χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος.
Η διερεύνηση τη φρίκης αποτυπώθηκε στις εκθέσεις της Ανεξάρτητης Διεθνούς Διερευνητικής Αποστολής του ΟΗΕ στο Ιράν, η οποία κάλυπτε την περίοδο έως και τα μέσα Φεβρουαρίου 2026 και η σύνταξή τους ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο. Εφαρμόζοντας το νομικό πρότυπο των "βάσιμων λόγων", η Αποστολή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ιρανικό κράτος διέπραξε κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Τα ευρήματα τεκμηρίωναν ότι οι εξωδικαστικές δολοφονίες, οι συστηματικές κρατήσεις, τα βασανιστήρια και οι εξαφανίσεις συγκροτούν μια "ευρεία και συστηματική επίθεση κατά του άμαχου πληθυσμού", η οποία οργανώθηκε, κατευθύνθηκε και εκτελέστηκε βάσει κεντρικής κρατικής πολιτικής. Η επιτροπή εντόπισε την άμεση συνενοχή του Δικαστικού Σώματος, των δυνάμεων ασφαλείας και των υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες διέθεσαν τεράστιους κρατικούς πόρους για την καταστολή. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη συστημική δίωξη, τις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και στην καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων. Στο πόρισμά της, το όργανο του ΟΗΕ προειδοποίησε ότι η βία που αναπτύχθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και τον Ιανουάριο του 2026 ήταν οργανωμένη και ανήλθε σε πρωτοφανή επίπεδα, που δεν είχαν παρατηρηθεί ποτέ ξανά από την Επανάσταση του 1979.
Ενώ η κρίση στο εσωτερικό συνεχιζόταν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον στόχων στο Ιράν. Κατά τη διάρκεια αυτών των επιδρομών, ανακοινώθηκε ο θάνατος ανώτατων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Το καθεστώς χρησιμοποιώντας τις "συνθήκες πολέμου" επιτάχυνε τις δικαστικές διαδικασίες, μέσω των Επαναστατικών Δικαστηρίων. Η Διεθνής Αμνηστία
κατέγραψε ότι από την έναρξη του πολέμου έως τα τέλη Μαϊου, οι αρχές εκτέλεσαν αυθαίρετα τουλάχιστον 39 άτομα βάσει πολιτικά υποκινούμενων κατηγοριών. Ταυτόχρονα, 78 ακόμη κρατούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και αντιμετώπιζαν άμεσο κίνδυνο εκτέλεσης. Ανάμεσα στους μελλοθάνατους, οι 41 ήταν άτομα που είχαν συλληφθεί για τη συμμετοχή τους στις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου. Τουλάχιστον πέντε από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ανήλικοι την περίοδο που φέρονται να τέλεσαν τα υποτιθέμενα αδικήματα. Οι ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι απαιτούσαν ανοιχτά την ταχεία εκτέλεση των ποινών, απορρίπτοντας δημόσια τις εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας για αναστολή των εκτελέσεων και χαρακτηρίζοντας τους κρατούμενους ως "προδότες".
Οι συλληφθέντες και οι πολιτικοί κρατούμενοι του Ιράν, καθ' όλη τη διάρκεια της άνοιξης έως την έναρξη των διαπραγματεύσεων, βρέθηκαν σε “διασταυρούμενα πυρά”. Από τη μία με τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ που στόχευαν και τις δυνάμεις καταστολής, οι υπερπλήρεις φυλακές του Ιράν τελούσαν υπό άμεση απειλή. Όχι χωρίς λόγο: το καλοκαίρι του 2025, προηγούμενοι ισραηλινοί βομβαρδισμοί είχαν προκαλέσει μεγάλες καταστροφές στο συγκρότημα της φυλακής Εβίν, οδηγώντας στον θάνατο εγκλείστων. Σε επιστολή του στις 3 Μαρτίου 2026 προς την ηγεσία της ιρανικής Δικαιοσύνης, ο υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων Reza Khandan προειδοποίησε ότι χιλιάδες παράνομα κρατούμενοι πολίτες ζούσαν υπό τη συνεχή απειλή βομβαρδισμών, στερούμενοι παράλληλα βασικών ειδών διατροφής και υγιεινής.
Σε αυτό το κλίμα, η κρατική συγκάλυψη κλιμακώθηκε. Στα τέλη Μαΐου του 2026, το δίκτυο Iran International αποκάλυψε ότι ονόματα και δεδομένα ταφής θυμάτων των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου διεγράφησαν από τη διαδικτυακή δημόσια βάση δεδομένων κεντρικού νεκροταφείου της Τεχεράνης. Η διαγραφή στοιχείων όπως η τοποθεσία, η σειρά και ο αριθμός του τάφου, δημιούργησε περαιτέρω υποψίες για μια συντονισμένη προσπάθεια του κράτους να “σβήσει” εντελώς τα ίχνη των αγνοουμένων και των νεκρών. Οι εκτελέσεις δε συνεχίζονταν στις αρχές Ιουνίου: σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της ανεξάρτητης οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Hengaw, θύματα αυτή τη φορά ήταν δύο Κούρδοι πολιτικοί κρατούμενοι.
Τα παραπάνω στοιχεία καταλήγουν σε μια μακάβρια σύγκριση, η οποία εκθέτει το αφήγημα του ιρανικού κράτους και την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας: Εκτιμάται ότι ο πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ, του Ισραήλ και του Ιράν κόστισε τη ζωή σε περίπου 7.500 έως 10.000 ανθρώπους στην ευρύτερη περιοχή, με τους αριθμούς αυτούς να περιλαμβάνουν εκατέρωθεν στρατιωτικό προσωπικό και απώλειες ενόπλων. Στον αντίποδα, η καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου 2026 από τον ιρανικό κρατικό μηχανισμό άφησε πίσω της από 30.000 έως και 36.500 νεκρούς και αγνοούμενους. Με άλλα λόγια, ο ιρανικός μηχανισμός εξουσίας “εξαφάνισε” τουλάχιστον τριπλάσιο αριθμό δικών του πολιτών, προκειμένου να καταπνίξει την εσωτερική εξέγερση, από το σύνολο των απωλειών που προκλήθηκαν από την πολεμική σύγκρουση.
Τα θύματα αυτής της εσωτερικής καταστολής παραμένουν εκτός του αμερικανο-ιρανικού Μνημονίου Κατανόησης, με τα ανθρώπινα δικαιώματα να παραγκωνίζονται μπροστά στη διεθνή διπλωματία.