Έρευνες
Δίκτυο Predator: Άνοιγαν νέους τραπεζικούς λογαριασμούς offshore εταιρειών, την περίοδο που πολιτικοί έμπαιναν στο στόχαστρο
H πρακτική της ιχνηλάτησης των οικονομικών ροών, το γνωστό “follow the money”, θα μπορούσε να φέρει στο φως στοιχεία για τη χρηματοδότηση της δραστηριοποίησης του λογισμικού κατασκοπείας στην Ελλάδα. Όπως προκύπτει από αδημοσίευτα έγγραφα που διέρρευσαν στα πλαίσια της παγκόσμιας δημοσιογραφικής έρευνας “Cyprus Confidential”, το φθινόπωρο του 2021 υπεράκτιες εταιρείες που σχετίζονται με το “οικοσύστημα” της Intellexa αποκτούσαν νέες τραπεζικές διόδους σε Μεγάλη Βρετανία και Ελβετία.

του Χάρη Καρανίκα
Στις 27 Απριλίου 2026, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, με σχετική πράξη του, αποφάσισε να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός έκρινε ότι τα στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν αποτελούν "νέα στοιχεία" ικανά να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της δικογραφίας. Σύμφωνα με την κρίση του, το προηγούμενο πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, δεν ανατρέπεται.
Προηγουμένως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο είχε επιβάλει ποινές φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών, με εκτιτέα τα 8 έτη στους τέσσερις ιδιώτες κατηγορούμενους. Το δικαστήριο είχε διατάξει τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών αδικημάτων, όπως αυτό της κατασκοπείας. Ωστόσο, ο κ. Τζαβέλλας απέρριψε αυτό το ενδεχόμενο, χαρακτηρίζοντας ως "υποθετικές" και "επισφαλείς" τις εκτιμήσεις ότι οι καταδικασθέντες απέκτησαν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα, σημειώνοντας πως ποτέ δεν ανιχνεύθηκαν τα σχετικά έγγραφα για να διαπιστωθεί εάν επρόκειτο πράγματι για στοιχεία εθνικής ασφάλειας.
Οι εξελίξεις μετά τη διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να κρατήσει την υπόθεση των υποκλοπών στο αρχείο ήταν ραγδαίες: τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν την απόφαση, κάνοντας λόγο για συνειδητή “συγκάλυψη” και “πέπλο προστασίας” γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου, ενώ η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων εξέδωσε ανακοίνωση, υπογραμμίζοντας ότι το νέο κλείσιμο της υπόθεσης προκαλεί “καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη”, πλήττοντας βάναυσα τις αρχές του Κράτους Δικαίου. Ως απάντηση στο κλίμα αυτό, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος εξέδωσε δική της ανακοίνωση, καταδικάζοντας την οξύτητα του δημόσιου λόγου. Χαρακτήρισε τις καταγγελίες περί “δικαστικού πραξικοπήματος” και “θεσμικής εκτροπής” ως ακραίους και ατεκμηρίωτους χαρακτηρισμούς, σημειώνοντας πως τέτοιες τοποθετήσεις δεν συμβάλλουν στον διάλογο. Η σύγκρουση συνεχίστηκε με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών να ζητεί την παραίτησή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κάτι που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, η οποία καταδίκασε το αίτημα παραίτησης ως μετωπική επίθεση και ευθεία προσβολή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ, όπως ανακοίνωσε, ετοιμάζει άμεσα πρόταση για σύσταση νέας εξεταστικής επιτροπής, η οποία στηρίζεται από τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με πληροφορίες, ένας από τους στόχους είναι να κληθούν μάρτυρες οι οποίοι ενδεχομένως να μπορούν να εισφέρουν νέα στοιχεία και να λειτουργήσει η εξεταστική ως η προανάκριση που δεν έγινε, λόγω της διαταξης για την μη ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο. Άλλωστε, βάσει του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, οι εξεταστικές επιτροπές έχουν “όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών, καθώς και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, και ενεργούν κάθε αναγκαία, κατά την κρίση τους, έρευνα για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο συστάθηκαν”.
Ένα από τα πλέον επίμαχα σημεία της έρευνας για τις υποκλοπές που έχει διεξαχθεί μέχρι σήμερα από τις ελληνικές αρχές αφορά την εν μέρει απουσία της πρακτικής "follow the money", δηλαδή της ιχνηλάτησης των οικονομικών ροών των εμπλεκόμενων εταιρειών και προσώπων.
Τον Μάιο του 2023, στην επίσημη έκθεση της εξεταστικής επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διερεύνηση της χρήσης spyware, γίνεται ρητή αναφορά στους ελλιπείς οικονομικούς ελέγχους της Ελλάδας. Όπως αναφέρεται, “η Εθνική Αρχή Διαφάνειας δεν διερεύνησε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Intellexa και της Krikel, ούτε τους λογαριασμούς των συνδεδεμένων υπεράκτιων εταιρειών”. Με αυτή τη διατύπωση, η επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εγκαλούσε την ελληνική ελεγκτική αρχή για το γεγονός ότι αγνόησε τον βασικό κανόνα των οικονομικών ερευνών -το γνωστό “follow the money”- καθώς η εφαρμογή του θα μπορούσε να φέρει στο φως κάποια στοιχεία για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης παγίδευσης κινητών με Predator.
Σε αντίθεση με την ελληνική πραγματικότητα, στην Ελβετία η δικαιοσύνη κινητοποιήθηκε αυτεπάγγελτα. Σύμφωνα με δημοσίευμα της ελβετικής εφημερίδας WOZ στις 26 Σεπτεμβρίου 2024, η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Ελβετίας είχε ξεκινήσει έρευνα από το καλοκαίρι του 2024.
Η εν λόγω έρευνα δεν προκλήθηκε από κάποιο ελληνικό αίτημα δικαστικής συνδρομής αλλά ξεκίνησε έπειτα από επίσημη καταγγελία της ελβετικής Κρατικής Γραμματείας Οικονομικών Υποθέσεων με αφορμή δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για το δίκτυο Predator οι οποίες αφορούσαν τραπεζικές συναλλαγές που λάμβαναν χώρα μέσω της ιδιωτικής ελβετικής τράπεζας Compagnie Bancaire Helvetique (CBH) στη Γενεύη. Από αυτές τις αποκαλύψεις η ελβετική εισαγγελία ενεργοποιήθηκε και έθεσε στο στόχαστρό της τις χρηματοοικονομικές ροές του δικτύου και ενός Ελβετού διαχειριστή καταπιστευμάτων, ο οποίος εντάχθηκε το 2024 μαζί με τους υπόλοιπους ιδιώτες “πρωταγωνιστές” του Predator στη λίστα κυρώσεων του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών και απεντάχθηκε στα τέλη του 2025.
Η έρευνα του ant1news.gr φέρνει στο φως νέα ντοκουμέντα που αποκαλύπτουν το άνοιγμα λογαριασμών και την οικονομική δραστηριότητα του δικτύου Predator την ίδια ακριβώς περίοδο που πραγματοποιούνταν στοχεύσεις πολιτικών προσώπων και παρακολουθήσεις.
Στις 11 Οκτωβρίου 2021, η εταιρεία ταχυμεταφορών TNT Express εξέδωσε τιμολόγιο για υπηρεσίες courier που παρείχε στην Censura Ltd, μία κυπριακή εταιρεία που σχετίζεται με δύο από τους τέσσερις ιδιώτες που καταδικάστηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο. H Censura Ltd ανήκε μέσα στο δίκτυο των εταιρειών και τιμολογούσε διάφορες εταιρείες γύρω από το Predator. Σύμφωνα με το έγγραφο, στις 5 Οκτωβρίου 2021, η Censura Ltd απέστειλε στη Γενεύη και συγκεκριμένα στην τράπεζα CBH Compagnie Bancaire Helvetique, έναν φάκελο με την ένδειξη «HYPNOS A/C OPENING FORM», δηλαδή το έντυπο ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού για την οντότητα "Hypnos". Την επόμενη ημέρα, στις 6 Οκτωβρίου 2021, ένα ακόμα δέμα απεστάλη από την ίδια εταιρεία. Αυτή τη φορά, ο φάκελος είχε την ένδειξη “LIVINGWAY/ CHADERA” και στάλθηκε στο Λονδίνο, στην τράπεζα Bank Leumi (UK). Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη τράπεζα έρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο όσον αφορά την εμπλοκή της στις υποθέσεις του δικτύου. Πρόκειται για μια τράπεζα ισραηλινών συμφερόντων που, σε αντίθεση με την ελβετική CBH, είχε παραμείνει εκτός των “ραντάρ” της έρευνας μέχρι σήμερα.
Το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνεται στα αδημοσίευτα αρχεία του “Cyprus Confidential”, της παγκόσμιας δημοσιογραφικής έρευνας στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 270 δημοσιογράφοι υπό τον συντονισμό της Διεθνούς Σύμπραξης Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ), που βασίστηκε στη διαρροή 3,6 εκατομμυρίων εμπιστευτικών εγγράφων από κυπριακές εταιρείες.
Το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Censura Ltd διαχειριζόταν τραπεζικές υποθέσεις άλλων εταιρειών του δικτύου σε Ελβετία και Μεγάλη Βρετανία αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συνεξεταστεί με τη δράση του Predator στην Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 2021 φέρεται να στοχοποιήθηκαν σημαίνοντα πρόσωπα στην Ελλάδα - από στελέχη της αντιπολίτευσης, υπουργούς με ευαίσθητα χαρτοφυλάκια και αξιωματούχους με άμεση πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα, έως υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών εταιρειών κυβερνοασφάλειας. Οι στόχοι ήταν σημαντικοί και οι επιθέσεις έφεραν σαφές γεωστρατηγικό και πολιτικό πρόσημο.
Η "Hypnos", για την οποία ανοίγονταν λογαριασμοί στην ελβετική τράπεζα CBH, φέρεται να ταυτίζεται με την υπεράκτια εταιρεία Hypnos Limited. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ελληνικές αρχές είχαν εντοπίσει ότι η ελληνική Intellexa έχει υπογράψει συμβάσεις με την Hypnos, ωστόσο οι έρευνες δεν φαίνεται να εφάρμοσαν τον βασικό κανόνα του “follow the money”.
Πάντως, το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού την περίοδο των στοχεύσεων σε συνδυασμό με τις συμβάσεις με την ελληνική Intellexa ενδεχομένως να δείχνει ότι η Hypnos χρησιμοποιήθηκε ως “αγωγός” του δικτύου για να πραγματοποιηθούν οικονομικές μεταφορές από την Ελλάδα προς τον τραπεζικό λογαριασμό στην Ελβετία εντός του επίμαχου χρονικού διαστήματος της δράσης του Predator.
Με διαφορά μίας ημέρας από την αποστολή των εγγράφων για το άνοιγμα του λογαριασμού στην ελβετική τράπεζα CBH, πραγματοποιήθηκε και αποστολή του φακέλου στην Bank Leumi (UK) με την ένδειξη “LIVINGWAY/ CHADERA”. Η Chadera Enterprises Limited αποτελεί υπεράκτια εταιρεία καταχωρημένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, η οποία άνηκε στον ίδιο τον ιδρυτή της Intellexa, o οποίος, σύμφωνα με άλλο έγγραφο που περιήλθε σε γνώση του ant1news.gr αποτελούσε "σεβαστό πελάτη" (“esteemed client”) της CBH, διατηρώντας στενή σχέση μαζί της ήδη από τον Ιούνιο του 2011. Όμως, η χρήση της Bank Leumi (UK) στο Λονδίνο αποτελεί εντελώς νέο στοιχείο για την υπόθεση του Predator - πρόκειται για το υποκατάστημα ισραηλινής τράπεζας στο City του Λονδίνου. Αυτό δείχνει ότι, την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που κορυφαίοι κρατικοί αξιωματούχοι στην Ελλάδα ελάμβαναν μολυσμένα μηνύματα, το δίκτυο άνοιγε καινούργιες τραπεζικές “διόδους” σε βρετανικό έδαφος, διευρύνοντας τον χάρτη των χρηματοπιστωτικών του δραστηριοτήτων.
Σε άλλο έγγραφο της διαρροής “Cyrpus Confidential” φαίνεται ότι η χρήση της ισραηλινής Bank Leumi από το ευρύτερο δίκτυο του Predator και τους συνεργάτες του ήταν συστηματική. Για παράδειγμα, σε κινήσεις λογαριασμού της Guangzhou Commerce Limited, μίας εταιρείας συνδεδεμένης με το επιχειρηματικό “οικοσύστημα” της Intellexa, καταγράφονται εξερχόμενα εμβάσματα προς λογαριασμούς της ισραηλινής τράπεζας στο Τελ Αβίβ.
Η ανάλυση των εγγράφων που περιήλθαν σε γνώση του ant1news.gr, συμπεριλαμβανομένων των τιμολογίων της TNT, της Censura και τραπεζικών καταστάσεων, πιστοποιεί τη χρήση ενός εκτενούς τραπεζικού δικτύου εκτός Ελλάδας. Πέρα από την CBH και την Bank Leumi (UK), το πλέγμα εταιρειών χρησιμοποιούσε λογαριασμούς στην ψηφιακή τράπεζα Revolut (Revolut Payments UAB), μέσω της οποίας διενεργούνταν πολυάριθμες πληρωμές μισθοδοσίας και συμβούλων (με IBAN σε Λιθουανία και Μεγάλη Βρετανία). Επίσης, χρησιμοποιούνταν συστηματικά η Τράπεζα Κύπρου στη Λεμεσό για λογαριασμούς σε ευρώ και δολάρια.
Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο Τραμ
Μπιν Λάντεν: Ο τρομοκράτης - εγκέφαλος των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου