newbeta.ant1news.gr "Στερεύει" το ταμείο του Πούτιν: Τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα δεν καλύπτουν πλέον το κόστος του πολέμου | Έρευνες | ANT1News

Έρευνες

07/02/2026 14:30

"Στερεύει" το ταμείο του Πούτιν: Τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα δεν καλύπτουν πλέον το κόστος του πολέμου

Από το 2022 έως σήμερα η Ρωσία έχει εισπράξει ένα τρισεκατομμύριο ευρώ από πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου. Ωστόσο, η πραγματικότητα του 2026 δεν είναι και τόσο καλή. Με την Ευρώπη να έχει αποσυρθεί και την Ινδία υπό πίεση να μειώνει τις αγορές, τα έσοδα της Μόσχας κατέγραψαν ιστορικό χαμηλό τον Ιανουάριο, σηματοδοτώντας ότι η ρωσική πολεμική οικονομία οδηγείται σε “μη βιώσιμες” καταστάσεις.

"Στερεύει" το ταμείο του Πούτιν: Τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα δεν καλύπτουν πλέον το κόστος του πολέμου
-

Άκουσε το άρθρο

 
 


του Χάρη Καρανίκα

Τέσσερα χρόνια ακριβώς μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Ρωσία, αφού της επιβλήθηκαν επανειλημμένες κυρώσεις από τη Δύση, κατόρθωσε το εξής: να σπάσει το φράγμα του ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ σε έσοδα από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων από την ημέρα της εισβολής έως σήμερα.

Αυτό το ποσό, που ισούται με το ΑΕΠ μιας μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας ή με το κόστος ανοικοδόμησης ολόκληρης της Ουκρανίας επί δύο, δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Αποτέλεσε το “οξυγόνο” της πολεμικής μηχανής του Κρεμλίνου, το οποίο επέτρεψε την αναχρηματοδότηση του ρωσικού στρατού μετά τις αρχικές αποτυχίες του, την κάλυψη ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, την παροχή επιδομάτων στο εσωτερικό της χώρας για την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης αλλά και το χτίσιμο ενός σκιώδους στόλου για την παράκαμψη των κυρώσεων.

Ωστόσο, η εικόνα της ρωσικής ισχύος που αποπνέει αυτός ο αριθμός δεν είναι και τόσο καλή το τελευταίο διάστημα. Η νέα έρευνα του ant1news.gr εκατοντάδων εγγραφών ροών πληρωμών και τελωνειακών δεδομένων, αποκαλύπτει ότι η Ρωσία, όσον αφορά τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας εισέρχεται στην εποχή του οικονομικού “στραγγαλισμού”. Η Μόσχα δεν απολαμβάνει πλέον τα εύκολα υπερκέρδη, ενώ “σύμμαχοί” της στον ενεργειακό τομέα, όπως η Ινδία και η Τουρκία, βρίσκονται πλέον υπό την πίεση της Δύσης.

Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία λειτουργούσε ως ένας χαμηλού ρίσκου και υψηλού κέρδους προμηθευτής. Για παράδειγμα, το 2018 εισέπραξε περισσότερα από 270 δισεκατομμύρια δολάρια από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων, το 2019 τα έσοδα κυμάνθηκαν στα 246 δισεκατομμύρια, το 2020 με τη βουτιά της πανδημίας έφτασαν τα 155 αλλά γρήγορα ανέκαμψαν: Το 2021, στον προθάλαμο του πολέμου, η Ρωσία εισέπραξε πάνω από 250 δισ. δολάρια, με το φυσικό αέριο να συνεισφέρει 55,5 δισ., δημιουργώντας ένα τεράστιο “μαξιλάρι” ρευστότητας που ο Πούτιν χρησιμοποίησε για να προετοιμάσει την εισβολή. Τα έσοδά προέρχονταν κατά μεγάλο μέρος από την Ευρώπη, μέσω αγωγών που ελαχιστοποιούσαν το κόστος μεταφοράς. Για την προαναφερόμενη περίοδο, κατά μέσο όρο, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων έφταναν και ξεπερνούσαν τα 630 εκατομμύρια δολάρια, ή, για εκείνη την περίοδο, τα 550 εκατομμύρια ευρώ ανά ημέρα. Κάθε ημέρα.

Κι ύστερα έγινε η εισβολή, με τον πανικό των αγορών να λειτουργεί, παραδόξως, υπέρ της Μόσχας. Οι τιμές εκτοξεύτηκαν λόγω του φόβου ελλείψεων, χαρίζοντας στη Ρωσία κέρδη ρεκόρ παρά τις πρώτες κυρώσεις. Όσο όμως τα μέτρα της Δύσης ωρίμαζαν, από τα τέλη του 2023 και μετά, η Ρωσία αναγκάστηκε να αλλάξει το επιχειρηματικό της μοντέλο: από πωλητής υψηλού περιθωρίου κέρδους σε πωλητή τεράστιων όγκων με μεγάλες εκπτώσεις.

Σήμερα, οι ημερήσιες εισροές χρήματος έχουν κατακρημνιστεί στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της εισβολής. Το κόστος μεταφοράς, λόγω της ανάγκης συντήρησης του “σκιώδους στόλου”, τρώει τεράστιο μέρος των κερδών, ενώ οι εκπτώσεις που απαιτούν οι “φίλοι” (Κίνα και Τουρκία) έχουν συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους σε οριακά επίπεδα.

Από τα στοιχεία του ανεξάρτητου Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και την Ποιότητα του Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air - CREA) για τις καθημερινές αγορές ορυκτών καυσίμων από τη Ρωσία, τα οποία επεξεργάστηκε το ant1news.gr, φαίνεται ότι η Ιστορία θα καταγράψει την ΕΕ ως τον βασικό χρηματοδότη της πρώτης φάσης του πολέμου και έναν από τους πυλώνες της ρωσικής πολεμικής οικονομίας, με συνολικές πληρωμές 218,8 δισ. ευρώ στην τετραετία. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2022, η Ευρώπη πλήρωνε στη Ρωσία το αστρονομικό ποσό των 700-750 εκατ. ευρώ την ημέρα. Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Τον Ιανουάριο του 2026, οι μέσες ημερήσιες πληρωμές έχουν πέσει στα 37 εκατ. ευρώ, με τη μείωση να αγγίζει ποσοστό της τάξης του 93%. Η Ευρώπη πλέον αγοράζει μόνο ό,τι δεν μπορεί -ακόμα- να υποκαταστήσει πλήρως: υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και περιορισμένες ποσότητες αερίου μέσω του αγωγού TurkStream, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου έχουν πρακτικά μηδενιστεί.

Την ίδια ώρα, η Ινδία, που υπήρξε το μεγαλύτερο success story της ρωσικής ενεργειακής διπλωματίας, φαίνεται να υποχωρεί. Αρχικά, από ανύπαρκτος πελάτης, μετατράπηκε την περίοδο 2023-2025 σε μεγάλο “πλυντήριο” του ρωσικού πετρελαίου φτάνοντας να πληρώνει πάνω από 130 εκατ. ευρώ την ημέρα. Όμως, υπό την απειλή αμερικανικών δασμών και δευτερογενών κυρώσεων στα τέλη του 2025, το Νέο Δελχί πάτησε φρένο. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι ινδικές εισαγωγές μειώθηκαν αιφνιδιαστικά κατά 29%, ενώ τον Ιανουάριο του 2026, η πτώση συνεχίστηκε, με τις πληρωμές να φτάνουν χαμηλότερα, στα 80 εκατ. ευρώ την ημέρα. Το γιγαντιαίο διυλιστήριο Jamnagar, το μεγαλύτερο στον κόσμο, σταμάτησε τις αγορές, σηματοδοτώντας μια μεγάλη ήττα για τη Μόσχα.

Η Κίνα παραμένει ο κύριος “αιμοδότης” έχοντας πληρώσει συνολικά 297,6 δισ. ευρώ από την αρχή του πολέμου. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν είναι ακριβώς συμμαχική, αλλά μάλλον στυγνά εμπορική: το Πεκίνο αγοράζει φθηνά για να στηρίξει τη δική του βιομηχανία, εκμεταλλευόμενο την απομόνωση της Ρωσίας. Ενώ το 2022 ξεκίνησε με 150 εκατ. ευρώ/ημέρα, σταθεροποιήθηκε στα 200-230 εκατ. ευρώ την περίοδο 2024-2025.

Τον Ιανουάριο του 2026, μετά την υποχώρηση της Ινδίας, οι εισαγωγές της Κίνας φτάνουν τα 183 εκατ. ευρώ/ημέρα, ελαφρώς πεσμένες σε σχέση με τα δεδομένα της προηγούμενης διετίας. Το πλέον όμως ενδιαφέρον στοιχείο είναι πώς αγοράζει η Κίνα σε σχέση με τα ρωσικά καύσιμα:

Χρησιμοποιεί κυρίως τα μικρά, ανεξάρτητα διυλιστήρια της επαρχίας Shandong, γνωστά ως “teapots”. Αυτά τα διυλιστήρια λειτουργούν συχνά εκτός του κεντρικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, απορροφώντας το ρωσικό αργό που οι κρατικοί κινεζικοί κολοσσοί αποφεύγουν για να μην θιγούν από τις κυρώσεις. Το Πεκίνο κρατάει τη Ρωσία ζωντανή, αλλά απαιτεί και τεράστιες εκπτώσεις της τάξης του 20% σε σχέση με τις τιμές της αγοράς.

Ένα από τα κρίσιμα στοιχεία για το μέλλον της χρηματοδότησης της πολεμικής μηχανής του Κρεμλίνου αποτελεί η Τουρκία, που δεν είναι απλώς άλλος ένας “πελάτης”. Με συνολικές πληρωμές που προσεγγίζουν τα 120 δισ. ευρώ στην τετραετία, η Άγκυρα έχει αναδειχθεί σε πλέον αμφιλεγόμενο παίκτη όσον αφορά την παράκαμψη των κυρώσεων. Η διαδικασία είναι απλή αλλά αποτελεσματική: Τα τουρκικά διυλιστήρια αγοράζουν ρωσικό αργό πετρέλαιο σε μεγάλες ποσότητες και σε χαμηλές τιμές και το διυλίζουν σε ντίζελ, κηροζίνη και καύσιμα αεροσκαφών επί τουρκικού εδάφους. Σύμφωνα με τους τελωνειακούς κανόνες, εφόσον το προϊόν έχει υποστεί ουσιαστική μεταποίηση, αλλάζει η καταγωγή του. Το ρωσικό πετρέλαιο γίνεται νομικά “τουρκικό προϊόν” και πωλείται πλέον νόμιμα στη Δύση, χωρίς να εμπίπτει στις κυρώσεις. Μόνο τον Νοέμβριο του 2025, η Τουρκία εξήγαγε προϊόντα πετρελαίου αξίας 807 εκατ. ευρώ σε χώρες της G7 και της ΕΕ, λειτουργώντας ουσιαστικά ως η “πίσω πόρτα” της Ρωσίας προς αγορές που υποτίθεται ότι την έχουν αποκλείσει.

Η εξέλιξη των τουρκικών αγορών ρωσικών ορυκτών καυσίμων δείχνει τον καιροσκοπισμό της Άγκυρας. Πριν από την έναρξη του πολέμου, η Τουρκία ήταν ένας μεσαίος πελάτης, πληρώνοντας περίπου 70 εκατ. ευρώ/ημέρα. Την περίοδο 2022-2023, μόλις η Ευρώπη άρχισε να αποσύρεται, η Τουρκία κάλυψε το κενό. Τον Δεκέμβριο του 2023 κατέγραψε ρεκόρ με πληρωμές 123 εκατ. ευρώ την ημέρα, διπλασιάζοντας σχεδόν τις εισαγωγές της. Σήμερα η πίεση της Δύσης έχει αρχίσει να αποδίδει. Τον Ιανουάριο του 2026, οι αγορές μειώθηκαν στα 58-60 εκατ. ευρώ την ημέρα. Παρόλα αυτά, η Τουρκία παραμένει ο τρίτος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών καυσίμων παγκοσμίως και ο σημαντικότερος κόμβος για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την Ευρώπη.

Η Ουάσιγκτον γνωρίζοντας ότι η Τουρκία ακυρώνει στην πράξη τις κυρώσεις, άλλαξε πριν από μερικούς μήνες τακτική και συνέδεσε έμμεσα την πώληση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 με την ενεργειακή απομάκρυνση της Άγκυρας από τη Μόσχα. Παράλληλα, η ΕΕ ενεργοποίησε τον Ιανουάριο του 2026 έναν νέο κανονισμό που απαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων από διυλιστήρια τρίτων χωρών -βλ. Τουρκία- που χρησιμοποιούν ρωσικό αργό.

Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση “δύο ταχυτήτων” στην τουρκική βιομηχανία: το διυλιστήριο Tupras φοβούμενο τις κυρώσεις, μείωσε τον Δεκέμβριο του 2025 τις εισαγωγές ρωσικού αργού κατά το εντυπωσιακό ποσοστό του 69%. Αντίθετα, το άλλο μεγάλο διυλιστήριο STAR συνεχίζει να προμηθεύεται το 91% του αργού του από τη Ρωσία, αδιαφορώντας για τις πιέσεις, πιθανότατα με τις ευλογίες της τουρκικής κυβέρνησης που παίζει το χαρτί της “στρατηγικής αυτονομίας” και χρησιμοποιεί το διυλιστήριο ως μοχλό πίεσης στη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ.

Καθώς μεγάλοι παίκτες πλέον πιέζονται, η Ρωσία στρέφεται σε ένα κατακερματισμένο δίκτυο μικρότερων αγοραστών, τις “λοιπές χώρες”, η σημασία των οποίων έχει αυξηθεί δραματικά. Τον Ιανουάριο του 2026, αυτή η κατηγορία πλήρωσε αθροιστικά περίπου 100 εκατ. ευρώ την ημέρα, ποσό που ξεπερνά πλέον τόσο την ΕΕ όσο και την Τουρκία και την Ινδία μεμονωμένα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Βραζιλία (που αγοράζει μεγάλες ποσότητες φθηνού ρωσικού ντίζελ για τη γεωργία της), η Σιγκαπούρη (που λειτουργεί ως κόμβος ανάμειξης καυσίμων) και άλλες. Η διασπορά των μικρότερων αγοραστών καθιστά τον έλεγχο των κυρώσεων προβληματικό. Ωστόσο, το κόστος μεταφοράς προς αυτές τις μακρινές αγορές είναι μεγάλο, μειώνοντας τα καθαρά έσοδα της Μόσχας.

Η πλέον κρίσιμη παράμετρος δεν είναι τα έσοδα καθαυτά, αλλά η σχέση τους με το κόστος του πολέμου. Και με βάση αυτή την παράμετρο, η Ρωσία έχει αρχίσει να εισέρχεται σε “αρνητικό έδαφος”. Τον Ιανουάριο του 2026 τα έσοδα από ορυκτά καύσιμα προσεγγίζουν κατά μέσο όρο τα 460 εκατ. ευρώ την ημέρα συνολικά (από πετρέλαιο, αέριο και άνθρακα), παρουσιάζοντας μείωση άνω του 50% σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα του 2022. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών, το άμεσο κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων κυμαίνεται στα 320-470 εκατ. δολάρια την ημέρα. Αν όμως συνυπολογιστούν οι έμμεσες δαπάνες που έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται εκθετικά -όπως η περίθαλψη χιλιάδων τραυματιών, η απώλεια της παραγωγικότητας και η αντικατάσταση του εξοπλισμού ανάμεσα σε άλλα- το συνολικό κόστος εκτιμάται ότι σχεδόν διπλασιάζεται.

Με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται ότι τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα όπως διαμορφώθηκαν τον τελευταίο μήνα ίσα που καλύπτουν το άμεσο κόστος των πυρομαχικών και των μισθών στο μέτωπο. Δεν υπάρχει πλέον πλεόνασμα για τον κρατικό προϋπολογισμό, τις συντάξεις, την υγεία ή τις υποδομές. Η Ρωσία αναγκάζεται να “κανιβαλίζει” τα αποθεματικά της.

Με την Ινδία να αποσύρεται σταδιακά και την ΕΕ να έχει αποκοπεί, το μέλλον για τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία φαίνεται ότι θα κριθεί κατά κύριο λόγο στον άξονα Κίνας-Τουρκίας, και λιγότερο στις “λοιπές χώρες”, με τρία ενδεχόμενα σενάρια.

Σενάριο Α: Η οικονομική ασφυξία. Η διπλωματική πίεση των ΗΠΑ αποδίδει και η Τουρκία κλείνει τη στρόφιγγα. Η Ρωσία μένει με έναν μεγάλο πελάτη, το Πεκίνο, το οποίο χωρίς ανταγωνισμό πλέον, επιβάλλει τεράστιες εκπτώσεις, γνωρίζοντας ότι η Μόσχα δεν έχει άλλη επιλογή. Τα ρωσικά έσοδα από την Κίνα (200-250 εκατομμύρια/ημέρα) και τις “λοιπές χώρες” (100 εκατομμύρια) δίνουν μικρό χρόνο επιβίωσης στην πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου και ο πόλεμος τερματίζεται.

Σενάριο Β: Η Τουρκία στηρίζει ανοικτά Ρωσία. Ο Ερντογάν αποφασίζει να παίξει το χαρτί της ρήξης με τις ΗΠΑ, μετατρέποντας την Τουρκία σε “επίσημο” ενεργειακό κέντρο της Ρωσίας. Τα τουρκικά διυλιστήρια λειτουργούν στο 100% της δυναμικότητάς τους με ρωσικό αργό και η Άγκυρα διευκολύνει μαζικές μεταφορτώσεις στα χωρικά της ύδατα. Η Κίνα στηρίζει την κίνηση, χρησιμοποιώντας την Τουρκία ως ενδιάμεσο σταθμό για τα προϊόντα της προς την Ευρώπη, παρακάμπτοντας τις εμπορικές οδούς που ελέγχουν οι ΗΠΑ. Τα έσοδα της Ρωσίας από Κίνα, μαζί με την ενισχυμένη συμμετοχή της Τουρκίας και αυτά που έρχονται από τις “λοιπές χώρες” ανακάμπτουν στα 500+ εκατ. ευρώ/ημέρα. Η Ρωσία εξασφαλίζει χρηματοδότηση για να συνεχίσει τον πόλεμο.

Σενάριο Γ: Η εξέγερση των “λοιπών χωρών”. Η Ρωσία μένει μόνο με την Κίνα ως μεγάλο πελάτη, αλλά καταφέρνει να κινητοποιήσει και τις μικρότερες χώρες. Η Δύση αδυνατεί να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις σε 20 χώρες ταυτόχρονα. Τα έσοδα διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα - περίπου 150-200 εκατ. ευρώ από τους μικρούς, συν άλλα τόσα από την Κίνα, αρκετά για να συντηρούν τον πόλεμο σε χαμηλή ένταση, αλλά όχι για μεγάλες επιθετικές ενέργειες. Ο πόλεμος “παγώνει” αλλά δεν τελειώνει.

Η Ρωσία μπορεί να κέρδισε το “στοίχημα” του 1 τρισεκατομμυρίου, αλλά σύμφωνα με τα στοιχεία του CREA στις 24 Ιανουαρίου 2026 οι συνολικές ημερήσιες πληρωμές ανήλθαν συνολικά σε περίπου 433 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας ιστορικό χαμηλό. Κάτι που, αν μη τι άλλο, δείχνει ότι οι κυρώσεις και η διπλωματική πίεση έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη ρωσική πολεμική οικονομία, η οποία πλέον πλησιάζει στο σημείο να γίνει “μη βιώσιμη”.


12345 ... 8910
  Ακολουθήστε το antenna.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις!
 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή του παρόντος άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή antenna.gr (με ενεργό σύνδεσμο προς το antenna.gr)