newbeta.ant1news.gr Επιχείρηση “καμουφλάζ”: Το λόμπινγκ της Τουρκίας για τα F-35 | Έρευνες | ANT1News

Έρευνες

05/09/2026 12:45

Επιχείρηση “καμουφλάζ”: Το λόμπινγκ της Τουρκίας για τα F-35

Η νέα έρευνα του ant1news.gr, βασισμένη σε επίσημα έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, φέρνει στο φως τη στρατηγική “καμουφλάζ” της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον και πώς χρησιμοποιείται ο γενικόλογος όρος των "διμερών σχέσεων" ως βιτρίνα για την προσέγγιση αμερικανών αξιωματούχων ώστε να ασκήσει επιρροή για την επανένταξή της στο πρόγραμμα των stealth μαχητικών αεροσκαφών.

Επιχείρηση “καμουφλάζ”: Το λόμπινγκ της Τουρκίας για τα F-35
-

Άκουσε το άρθρο

 
 

Του Χάρη Καρανίκα


Στις 8 Αυγούστου 2026, το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας υπέγραψε ένα νέο συμβόλαιο με την πανίσχυρη αμερικανική εταιρεία λόμπινγκ Ballard Partners. Η συμφωνία, η οποία τέθηκε επίσημα σε ισχύ στις 15 Αυγούστου 2026 και εκτείνεται έως τις 14 Αυγούστου 2027, φέρει τις υπογραφές του Τούρκου υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ και του επικεφαλής της εταιρείας Μπράιαν Μπάλαρντ.

Η αμοιβή της Ballard Partners ορίστηκε στο ποσό των 200.000 δολαρίων τον μήνα - 2,4 εκατομμύρια για ένα έτος. Ωστόσο, μελετώντας το επίσημο κείμενο του συμβολαίου μεταξύ του τουρκικού υπουργείου και της εταιρείας λόμπινγκ, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την “αοριστία” που διέπει τους όρους. Για παράδειγμα, στο άρθρο 2 της σύμβασης αναφέρεται:

“Θα αποτελεί καθήκον της Εταιρείας να συμβουλεύεται τον Πελάτη και να προασπίζεται εκ μέρους του τα ζητήματα εκείνα που ο Πελάτης κρίνει απαραίτητα και κατάλληλα ενώπιον της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Θα αποτελεί επιπλέον καθήκον της Εταιρείας να ενημερώνει τον Πελάτη για τις εξελίξεις στη νομοθεσία και την πολιτική που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του Πελάτη.”

Στα επίσημα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για την εν λόγω σύμβαση, οι πολιτικές δραστηριότητες περιγράφονται εξίσου γενικά, κάνοντας λόγο για “υπηρεσίες κυβερνητικών σχέσεων και στρατηγικών συμβουλών σχετικά με θέματα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας” και “επιρροή (λόμπινγκ) και προάσπιση συμφερόντων επικεντρωμένη σε θέματα άμυνας και ασφάλειας”. Στα έγγραφα και στην ίδια τη σύμβαση δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά σε συγκεκριμένα εξοπλιστικά συστήματα ή κυρώσεις, όπως για παράδειγμα αυτές που ισχύουν τα τελευταία χρόνια για την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.

Η Άγκυρα είχε αποκλειστεί επίσημα από το εν λόγω πρόγραμμα το 2019, ως άμεση συνέπεια της απόφασής της να προμηθευτεί το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400. Σε ρεπορτάζ της ειδησεογραφικής διαδικτυακής πλατφόρμας Middle East Eye, το πρόσφατο συμβόλαιο των 2,4 εκατομμυρίων δολαρίων συνδέθηκε με την προσπάθειά της να επανενταχθεί στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, παρά το γεγονός ότι πουθενά στη σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά κάτι τέτοιο. Ωστόσο, μεγάλη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι “πελάτης” της Ballard είναι το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας, εν μέσω περιόδου που η Άγκυρα επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα.

Η χρήση γενικόλογων διατυπώσεων για την απόκρυψη ευαίσθητων ή ακόμα και “τοξικών” θεμάτων λόμπινγκ δεν είναι κάτι νέο για την Τουρκία. Η νέα έρευνα του ant1news.gr βασισμένη αποκλειστικά σε επίσημα έγγραφα για τις δραστηριότητες των εταιρειών λόμπινγκ που υποβάλλονται στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ φέρνει στο φως τη στρατηγική του “καμουφλάζ” και της πολιτικής κάλυψης - “βιτρίνας” που χρησιμοποιεί συστηματικά η Άγκυρα για να επηρεάσει τις εξελίξεις στους διαδρόμους του Κογκρέσου.

Την περίοδο 2017-2019, η Ballard Partners είχε αναλάβει ταυτόχρονα δύο κρίσιμα συμβόλαια τουρκικών συμφερόντων. Το πρώτο συνήφθη στις 11 Μαΐου 2017 απευθείας μεταξύ της Πρεσβείας της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον (εκπροσωπώντας το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών) και της εταιρείας λόμπινγκ. Η αμοιβή ορίστηκε στα 125.000 δολάρια τον μήνα (1.500.000 για το έτος) και ανανεώθηκε τον Μάιο του 2018 με μειωμένη αμοιβή στα 62.500 δολάρια τον μήνα (750.000 ετησίως). Ο σκοπός του συμβολαίου περιγράφηκε ως εξής:

“...να συμβουλεύεται τον Πελάτη και να προασπίζεται εκ μέρους του τα ζητήματα εκείνα που ο Πελάτης κρίνει απαραίτητα και κατάλληλα ενώπιον της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Τα ζητήματα και οι στόχοι μπορεί να περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, την ενίσχυση των διμερών σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, την ανάπτυξη του εμπορίου, των επενδύσεων και των επιχειρηματικών ευκαιριών, την προώθηση της Τουρκίας ως ενεργειακού κόμβου, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και των διακρατικών απειλών, και την υποστήριξη των προσπαθειών για την αποκλιμάκωση της βίας στη Συρία…”

Το δεύτερο συμβόλαιο υπεγράφη στις 21 Αυγούστου 2017 με την τουρκική κρατική τράπεζα Halkbank. Εκείνη την περίοδο δεν είχε ασκηθεί ακόμα δίωξη κατά της τράπεζας από τις αμερικανικές αρχές, αλλά μόνο εναντίον του Χακάν Ατίλα, αναπληρωτή διευθυντή της Halkbank. Ο Ατίλα τότε αντιμετώπιζε κατηγορίες για συνωμοσία με σκοπό την παραβίαση των κυρώσεων των ΗΠΑ κατά του Ιράν, μαζί με τον Ρέζα Ζάραμπ, τον τουρκο-ιρανό λαθρέμπορο, ο οποίος λίγο αργότερα δήλωσε ένοχος και ήρθε σε συμφωνία συνεργασίας με τις αμερικανικές αρχές.

Στο συμβόλαιο του Αυγούστου 2017 αναφερόταν ότι η Halkbank θα παρέχει στην Ballard μηνιαία αμοιβή 125.000 δολάρια (καταβαλλόμενη σε τριμηνιαίες δόσεις των 375.000) για ένα έτος, με πρόβλεψη αυτόματης ανανέωσης για έναν χρόνο ακόμα - η οποία και έγινε. Σε αυτή τη σύμβαση η διατύπωση ήταν οριακά πιο συγκεκριμένη, κατονομάζοντας ως υπηρεσίες τη “διαμεσολάβηση ενώπιον των υπουργείων Οικονομικών, Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και του Γραφείου του Προέδρου”. Το συμβόλαιο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “προφητικό”: Μόλις λίγες ημέρες μετά, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2017, οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν ένα νέο κατηγορητήριο που έβαζε στο στόχαστρο, για πρώτη φορά, τον πρώην υπουργό Οικονομίας της Τουρκίας, Ζαφέρ Τσαγλαγιάν. Το κατηγορητήριο ανέφερε ότι ο Τσαγλαγιάν έλαβε δωροδοκίες δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά και κοσμήματα. Αυτή η “κλιμάκωση” αποτέλεσε ένδειξη ότι οι εισαγγελείς είχαν ήδη αποκτήσει εσωτερική πληροφόρηση εκ των έσω από το καλοκαίρι - πιθανώς από τον ίδιο τον Ζάραμπ, τον πρωταγωνιστή της υπόθεσης.

Χρηματοδότηση εκατομμυρίων για... 15 επικοινωνίες

Η ανάλυση των οικονομικών στοιχείων και των επίσημων καταγραφών δραστηριότητας της Ballard Partners για την περίοδο 2017-2019 αποκαλύπτει μια σοβαρή δυσαναλογία. Μέσα σε περίπου δυόμισι χρόνια, η Ballard Partners εισέπραξε από τις δύο τουρκικές πηγές συνολικό ποσό που ξεπέρασε τα 5,2 εκατομμύρια δολάρια - 2,45 εκατ. από την τουρκική πρεσβεία και 2,85 εκατ. από τη Halkbank.

Ωστόσο, η κατανομή του όγκου εργασίας σε σχέση με τις αμοιβές κινείται στα όρια του παραλόγου: Στα αρχεία επικοινωνιών που υποβλήθηκαν στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης δηλώθηκαν μόλις 15 συγκεκριμένες επικοινωνίες για την υπόθεση Halkbank καθ' όλη τη διάρκεια της διετίας. Από αυτές, οι 5 ήταν επαφές με κυβερνητικούς αξιωματούχους (ανάμεσά τους με στέλεχος του Λευκού Οίκου το 2017 και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 2018 και το 2019). Οι υπόλοιπες 10 επικοινωνίες έγιναν όλες τον Οκτώβριο του 2019 και αφορούσαν αποκλειστικά email και τηλεφωνήματα συνεργάτη της Ballard, με δημοσιογράφους (NYT, Bloomberg, Mother Jones, Courthouse News) για λόγους διαχείρισης κρίσης, αμέσως μετά την απαγγελία κατηγοριών κατά της τράπεζας.

Σε αντίθεση, η εκστρατεία για το συμβόλαιο της τουρκικής πρεσβείας εμφάνισε μεγάλο όγκο καταγεγραμμένης δραστηριότητας. Η Ballard Partners απέστειλε πάνω από 1.000 emails προς προσωπάρχες και στελέχη γραφείων σχεδόν κάθε Αμερικανού Γερουσιαστή και Βουλευτή. Αυτά τα email, με τίτλους όπως "Turkey News and Information Update" ή "US-Turkey Informational Material", αποστέλλονταν μαζικά σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (π.χ. 15 Νοεμβρίου 2017, 14 Δεκεμβρίου 2017, 29 Ιανουαρίου 2018, 1 Μαρτίου 2018, 22 Μαρτίου 2018, 23 Απριλίου 2018, 3 Ιουλίου 2018).

Γιατί ένας πελάτης που πληρώνει 2,85 εκατομμύρια δολάρια (Halkbank) λαμβάνει μόλις 15 επίσημα καταγεγραμμένες επαφές, ενώ ένας άλλος πελάτης που πληρώνει λιγότερα (τουρκική πρεσβεία) απολαμβάνει εκατοντάδες επικοινωνίες και επαφές; Η απάντηση ενδεχομένως να κρύβεται πίσω από μία συντεταγμένη επιχείρηση προσέγγισης συνομιλητών ώστε εφαρμοστεί η άσκηση επιρροής τόσο για τον έναν πελάτη όσο και για τον άλλο - κάτι σαν “δύο σε ένα”. Θα μπορούσε το γενικό συμβόλαιο της τουρκικής πρεσβείας να χρησίμευε ως “βιτρίνα” για να γίνονται επαφές και για την υπόθεση Halkbank η οποία θεωρούνταν ιδιαίτερα ευαίσθητη και “τοξική”, από τη στιγμή που ενέπλεκε την αποφυγή αμερικανικών κυρώσεων για λογαριασμό του Ιράν;

Από την ανάλυση των επικοινωνιών της Ballard φαίνεται ότι τα δύο συμβόλαια λειτουργούσαν και ως “επικοινωνούντα δοχεία”:

- Στις 24 Αυγούστου 2017, μόλις τρεις ημέρες μετά την έναρξη ισχύος του συμβολαίου της Halkbank, καταγράφεται μια οικονομική σύμπτωση στις εκταμιεύσεις της Ballard Partners. Σύμβουλος της Ballard λαμβάνει αμοιβή 112.500 δολαρίων για τις υπηρεσίες του προς την τουρκική πρεσβεία. Την ίδια ακριβώς ημέρα ο ίδιος σύμβουλος λαμβάνει

άλλη μία αμοιβή ύψους 112.500 δολαρίων για τις υπηρεσίες του προς την Halkbank. Αυτό δείχνει ότι δεν υπήρχε κανένα στεγανό: Ο ίδιος λομπίστας πληρωνόταν την ίδια ημέρα από δύο τουρκικές κρατικές οντότητες για να ασκεί επιρροή στους Αμερικανούς αξιωματούχους.

- Στις 29 Αυγούστου 2017, δύο στελέχη της Ballard φαίνεται να πραγματοποιούν συναντήσεις στον Λευκό Οίκο με τον αναπληρωτή βοηθό του αμερικανού Προέδρου. Οι λομπίστες στα αρχεία επικοινωνιών τους καταγράφουν τέσσερις ξεχωριστές καταχωρήσεις για εκείνη την ημέρα: Δύο για τις “Σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας” (συμβόλαιο τουρκικής πρεσβείας) και άλλες δύο για τη Halkbank. Επί της ουσίας, φαίνεται να πραγματοποιήθηκε μία ενιαία συνάντηση, με τα δύο στελέχη της Ballard απέναντι στον αναπληρωτή βοηθό.

- Εκείνη την περίοδο έρευνα για την παράκαμψη των κυρώσεων από τη Halkbank για λογαριασμό του Ιράν διεξήγαγε το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Στις 29 Ιουνίου 2017, δύο στελέχη της εταιρείας λόμπινγκ πραγματοποίησαν συνάντηση με τον υφυπουργό διεθνών υποθέσεων του υπουργείου Οικονομικών. Αυτή η συνάντηση αυτή έγινε σχεδόν δύο μήνες πριν η Halkbank υπογράψει επίσημα συμβόλαιο με τη Ballard Partners. Η αιτιολογία που καταγράφηκε για την συνάντηση του Ιουνίου ήταν “Σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας”.

- Ενώ η Ballard “βομβάρδιζε” το Κογκρέσο με email για τις διμερείς “Σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας”, δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη ιχνηλάσιμη καταγραφή για τη Halkbank στο Κογκρέσο. Η Ballard Partners απέφευγε σκόπιμα να αναφέρει τη Halkbank στις επαφές της με νομοθέτες για να μην προκαλέσει αντιδράσεις - έτσι και αλλιώς οι καταγεγραμμένες επαφές με αιτιολογία το θέμα της τουρκικής κρατικής τράπεζας ήταν ελάχιστες.

Σημειώνεται ότι τον Ιούλιο του 2019 η αμοιβή της Ballard από την Halkbank μειώθηκε στα 40.000 δολάρια τον μήνα, ενώ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς το συμβόλαιο διακόπηκε λίγο μετά την δίωξη της τράπεζας από τις αμερικανικές αρχές για παράκαμψη των κυρώσεων του Ιράν. Για την ιστορία, η υπόθεση Halkbank μπήκε στο αρχείο τον Ιούνιο του 2026, χωρίς η τράπεζα να παραδεχθεί ενοχή ή να πληρώσει κάποιο πρόστιμο. Είχε προηγηθεί τον Μάρτιο του 2026 η επίτευξη Συμφωνίας Αναστολής Δίωξης με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία είχε ως κεντρικό όρο τον έλεγχο ότι η τράπεζα έχει πλέον ενισχύσει τα εσωτερικά της συστήματα και τους μηχανισμούς καταπολέμησης του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Η τράπεζα πέρασε τον έλεγχο από ανεξάρτητο ελεγκτή και η δίωξη εναντίον της αποσύρθηκε.

Σχεδόν επτά χρόνια μετά τη διακοπή του συμβολαίου για τη Halkbank και τη λήξη του συμβολαίου με την τουρκική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, η Άγκυρα επέστρεψε τον Αύγουστο του 2026 στην Ballard, αυτή τη φορά με το υπουργείο Άμυνας. Η αμοιβή των 200.000 δολαρίων τον μήνα για έναν χρόνο καλύπτει μία ομάδα λόμπινγκ που αποτελείται από τα ίδια ακριβώς πρόσωπα της περιόδου 2017-2019, ενισχυμένη με έναν νέο, πολύτιμο “insider”. Πέρα από τον Μπράιν Μπάλαρντ, τον άνθρωπο με την απευθείας πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, τον Σιλβέστερ Λούκις που θεωρείται το δεξί χέρι του επικεφαλής του γραφείου λόμπινγκ και τον Δημοκρατικό πρώην βουλευτή Ρόμπερτ Γουέξλερ, στην ομάδα προστέθηκε και ο Τόμας Μπούντρι. Πρόκειται για τον παράγοντα που θεωρείται “κλειδί” στην υπόθεση των F-35: Μέχρι τον Απρίλιο του 2025, υπηρετούσε ως ειδικός βοηθός του Προέδρου και διευθυντής νομοθετικών υποθέσεων στο  Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (NSC). Το γεγονός ότι γνωρίζει από πρώτο χέρι τις εσωτερικές διαδικασίες του εν λόγω συμβουλίου θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την άσκηση επιρροής σε θέματα εξοπλιστικών συστημάτων.

“Διμερείς σχέσεις” αντί F-35

Το λόμπινγκ της Τουρκίας για τα F-35 δεν κρυβόταν πάντα πίσω από γενικές διατυπώσεις: Μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν, η Τουρκία στράφηκε σε εταιρείες με πρόσβαση στο Δημοκρατικό Κόμμα. Η στροφή αυτή έγινε με εξής τρόπο: τον Ιανουάριο του 2021, η εγγονή του πρώην αμερικανού Προέδρου, Ναόμι Μπάιντεν, προσλήφθηκε ως δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία που δραστηριοποιείται και στο λόμπινγκ Arnold & Porter. Μερικές ημέρες αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021, η τουρκική κρατική εταιρεία τεχνολογιών άμυνας SSTEK και η τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB), στην οποία ανήκει η SSTEK, προσέλαβαν τo δικηγορικό γραφείο με αμοιβή 750.000 δολάρια για έξι μήνες αρχικά. Έπειτα το συμβόλαιο ανανεώθηκε τον Αύγουστο του 2021 για 12 μήνες με αμοιβή 1.500.000 δολάρια ή 125.000/μήνα.

Σε αντίθεση με αυτό της Ballard, το συμβόλαιο με την Arnold & Porter ήταν εντελώς συγκεκριμένο, κατονομάζοντας ρητά το πρόγραμμα Joint Strike Fighter (JSF) που αφορά τα F-35, από το οποίο η Τουρκία είχε αποβληθεί λόγω των S-400:

“Η Εταιρεία θα συμβουλεύσει σχετικά με μια στρατηγική για την παραμονή της SSB και των Τούρκων εργολάβων στο Πρόγραμμα JSF, λαμβάνοντας υπόψη και αντιμετωπίζοντας τους πολύπλοκους γεωπολιτικούς και εμπορικούς παράγοντες που εμπλέκονται. Η Εταιρεία θα αναλάβει στοχευμένη επικοινωνία με τους εμπορικούς εταίρους και τα ενδιαφερόμενα μέρη των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Προγράμματος JSF, ώστε να διερευνήσει και να κατανοήσει τα συμφέροντά τους όσον αφορά τη συνεχιζόμενη συμμετοχή της SSB ως στρατηγικού συμμάχου και πολύτιμου εταίρου στο Πρόγραμμα JSF”.

Παρόλο που η Arnold & Porter είχε ένα συμβόλαιο που αφορούσε ρητά τα F-35 (JSF Program), τα επίσημα αρχεία επικοινωνίας που κατέθεσε στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης δείχνουν ότι εφάρμοσε μία στρατηγική “καμουφλάζ”. Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι από τις 62 συνολικά επαφές που έγιναν σε διάστημα ενάμιση χρόνου, οι 53 πραγματοποιήθηκαν με τη γενικόλογη αιτιολογία των “διμερών σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας”, ενώ μόλις 7 καταγράφηκαν σε σχέση με τα F-35.

Όπως φαίνεται, η χρήση της φράσης “διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας” αποτελεί τον μπαλαντέρ για να ανοίγουν οι πόρτες του Κογκρέσου και της αμερικανικής διοίκησης χωρίς να προκαλείται πολιτική κατακραυγή για “τοξικά” ζητήματα όπως οι ρωσικοί S-400 και τα F-35.


12345 ... 8910
  Ακολουθήστε το antenna.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις!
 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή του παρόντος άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή antenna.gr (με ενεργό σύνδεσμο προς το antenna.gr)