Έρευνες
Ο αγώνας της Τουρκίας για τα F-35 …και στο βάθος KAAN: Οι ανησυχίες για τη διαρροή τεχνολογικών μυστικών
Η νέα έρευνα του ant1news.gr αποκαλύπτει την αθέατη όψη της τουρκικής αμυντικής στρατηγικής: Ενώ τουρκικές εταιρείες έχουν ήδη μεταφέρει την τεχνογνωσία που απέκτησαν έως το 2019 από τα F-35 στην κατασκευή του τουρκικού μαχητικού KAAN, τυχόν επανένταξη της Άγκυρας στο αμερικανικό πρόγραμμα εγείρει ανησυχίες για διαρροή κρίσιμων τεχνολογικών δεδομένων προς τη Ρωσία, την Κίνα και το Πακιστάν.

Άκουσε το άρθρο
του Χάρη Καρανίκα
Στις 22 Ιουλίου 2026, ένα γεωπολιτικό “φρένο” στις βλέψεις της Άγκυρας για τα F-35 πατήθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μέσω επίσημης απάντησης του Γραφείου Νομοθετικών Υποθέσεων του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών σε κοινοβουλευτικό ερώτημα του Δημοκρατικού βουλευτή Γουέσλι Μπελ. Συγκεκριμένα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατέστησε σαφές ότι η πολιτική των ΗΠΑ για το μαχητικό 5ης γενιάς παραμένει αμετάβλητη και αυστηρά συνδεδεμένη με το άρθρο 1245 του Νόμου Εθνικής Άμυνας (NDAA 2020) και το άρθρο 231 του νόμου CAATSA. Όπως επισημαίνεται, πριν υπάρξει οποιαδήποτε συζήτηση για μεταφορά F-35, η Τουρκία οφείλει όχι μόνο να αποδείξει πως δεν κατέχει πλέον τις ρωσικές συστοιχίες S-400 και τον συναφή εξοπλισμό, αλλά και να παράσχει δεσμευτικές διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται να τις αποκτήσει εκ νέου στο μέλλον. “Η Τουρκία δεν έχει ακόμη εκπληρώσει αυτές τις προϋποθέσεις”, καταλήγει αυτολεξεί το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπενθυμίζοντας πως κάθε διαδικασία επίλυσης θα πρέπει να εξυπηρετεί πρωτίστως τα αμερικανικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας.
Την τελευταία περίοδο, ο αγώνας -και η αγωνία- της Άγκυρας να επιστρέψει στο πρόγραμμα του μαχητικού 5ης γενιάς F-35 Lightning II, έχει κλιμακωθεί. Σε πρώτη ανάγνωση το αφήγημα φαντάζει προφανές: μετά την αποβολή της από το πρόγραμμα το 2019, η Τουρκία βλέπει την αεροπορική της ισχύ να υπολείπεται, ειδικά απέναντι στην Ελλάδα η οποία έχει ήδη εξοπλιστεί με μαχητικά Rafale και αναμένει τα δικά της F-35. Υπό αυτό το πρίσμα, οι διπλωματικές προσπάθειες του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να απεμπλακεί από τη “θηλιά” των S-400, ερμηνεύονται ως μια τακτική υποχώρηση από την προ επταετίας ρητορική του περί “εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας” που επικαλέστηκε για την προμήθεια του ρωσικού συστήματος αεράμυνας. Πλέον, αναζητά αγοραστές για τους S-400 έτσι ώστε να ανοίξει η “πόρτα” των συζητήσεων για μία πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Ωστόσο, η νέα έρευνα του ant1news.gr σε έγγραφα του αμερικανικού Κογκρέσου, αναφορές διεθνών ινστιτούτων και σε προγράμματα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας αποκαλύπτει μια αθέατη όψη της τουρκικής διπλωματικής τακτικής, με τα F-35 να αποτελούν μέρος της ευρύτερης στρατηγικής: Όπως φαίνεται, ο πραγματικός στόχος της Άγκυρας είναι η άρση των αμερικανικών κυρώσεων προκειμένου να διασωθεί, να τροφοδοτηθεί τεχνολογικά και να μπει σε μαζική παραγωγή το υπ' αριθμόν ένα εθνικό της πρότζεκτ: το εγχώριο stealth μαχητικό KAAN.
Η αρχή για το σημερινό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η Τουρκία έγινε με την επίσημη αποβολή της από το πρόγραμμα των F-35 τον Ιούλιο του 2019. Τότε, το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ είχε προειδοποιήσει ξεκάθαρα ότι η εγκατάσταση του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 στο τουρκικό έδαφος αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ. Η φυσική γειτνίαση των ρωσικών ραντάρ με τα F-35 θα επέτρεπε στη Μόσχα να χαρτογραφήσει το ηλεκτρονικό ίχνος του αεροσκάφους. Επιπλέον, το Πεντάγωνο ανησυχούσε για την υποκλοπή ευαίσθητων δεδομένων από το Αυτόνομο Σύστημα Εφοδιαστικής Υποστήριξης (ALIS), το οποίο διαχειρίζεται πληροφορίες για τα stealth μαχητικά.
H Ουάσιγκτον δεν απομάκρυνε απλώς την Τουρκία από το πρόγραμμα. Τον Δεκέμβριο του 2020, επέβαλε αυστηρές κυρώσεις μέσω του νόμου CAATSA στην τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB), παγώνοντας τη μεταφορά αμερικανικής τεχνολογίας και μπλοκάροντας άδειες εξαγωγής. Επιπλέον, το Κογκρέσο, μέσω του Νόμου Εθνικής Άμυνας, έθεσε έναν νομικά αδιαπέραστο όρο: για να πάρει η Τουρκία F-35, θα πρέπει να πιστοποιηθεί ότι η χώρα "δεν κατέχει πλέον" τους S-400 και το σχετικό προσωπικό. Μία από τις λύσεις που εξετάζονται πλέον είναι η μεταπώληση των συστημάτων σε μια τρίτη χώρα, ωστόσο, η Ρωσία .ωστόσο, η Ρωσία διατηρεί δικαίωμα βέτοστο πού θα πουληθούν μέσω των Πιστοποιητικών Τελικού Χρήστη, δυσκολεύοντας αρκετά την εξίσωση των ισορροπιών της Τουρκίας μεταξύ Ουάσινγκτον, Μόσχας και του πιθανού αγοραστή.
Πριν την αποβολή από τα F-35 η Τουρκία, ως διεθνής εταίρος, είχε επενδύσει περίπου 1,4 δισ. δολάρια στο πρόγραμμα, με τουρκικές εταιρείες να κατασκευάζουν περισσότερα από 1.000 εξαρτήματα για την άτρακτο και τον κινητήρα του μαχητικού. Αυτό φαίνεται να λειτούργησε ως ένα “σχολείο”, του οποίου οι μαθητές σήμερα συμμετέχουν στην κατασκευή του τουρκικού KAAN.
Για παράδειγμα, η Turkish Aerospace Industries (TAI), ως εμπλεκόμενη στο πρόγραμμα των F-35, κατασκεύαζε τμήματα της κεντρικής ατράκτου και τις πόρτες των εσωτερικών αποθηκών οπλισμού από σύνθετα υλικά. Σήμερα, η TAI είναι ο κύριος ανάδοχος του KAAN. Οι προηγμένες εγκαταστάσεις κατεργασίας σύνθετων υλικών που αναπτύχθηκαν επί περιόδου F-35, χρησιμοποιούνται πλέον για να ταιριάξουν τα κομμάτια του KAAN με απόλυτη ακρίβεια, χωρίς κανένα κενό, κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο για να παραμένει το μαχητικό "αόρατο" στα ραντάρ.
Άλλα παραδείγματα: η Ayesas, η εταιρεία που ασχολούνταν με την πανοραμική οθόνη πιλοτηρίου του F-35 σχεδίασε την ενιαία πανοραμική οθόνη αφής που φιλοξενείται σήμερα στο πιλοτήριο του KAAN. Η Αselsan, έχοντας συνεργαστεί για τα προηγμένα ηλεκτροοπτικά συστήματα στόχευσης του F-35, αναπτύσσει σήμερα το εγχώριο ραντάρ ενεργού ηλεκτρονικής σάρωσης και τα συστήματα υπερύθρων του KAAN, ακολουθώντας τα αυστηρά αμερικανικά πρότυπα που διδάχθηκε. Η Alp Aviation, με εμπειρία στην κατεργασία κραμάτων τιτανίου για τα συστήματα προσγείωσης του F-35 και δομικά μέρη του κινητήρα, μεταφέρει πλέον αυτή τη τεχνογνωσία στο τουρκικό εθνικό πρόγραμμα.
Οι ανησυχίες για ενδεχόμενη αντιγραφή τεχνολογίας δεν στερούνται βάσης. Η Τουρκία έχει αποδεδειγμένο ιστορικό “αποδόμησης” ξένων συστημάτων, όπως συνέβη με το τυφέκιο MPT-76 (μείγμα G3 και M16), το ελαφρύ άρμα Kaplan (εμπνευσμένο από τεχνολογίες Leopard) και το αντιαεροπορικό Siper (με ρωσικές επιρροές).
Πριν την κρίση των S-400, αμφιβολίες για την αξιοπιστία της Άγκυρας σε σχέση με το πρόγραμμα των F-35 είχαν εκφραστεί έντονα στη Βρετανία ήδη από τον Απρίλιο του 2017. Αφορμή στάθηκε η αρχική επιλογή της Τουρκίας ως ευρωπαϊκού κόμβου για τη “βαριά συντήρηση” των κινητήρων των F-35. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και τις μαζικές εκκαθαρίσεις του Ερντογάν, ο Βρετανός βουλευτής Τζορτζ Κέρεβαν ζήτησε επίσημη έρευνα, προειδοποιώντας ότι μια διπλωματική κρίση με την Άγκυρα θα μπορούσε να αφήσει το ΝΑΤΟ χωρίς εναλλακτικές. Την άποψη αυτή υποστήριξε ο Μαρκ, κορυφαίος αναλυτής εξοπλιστικών συστημάτων, ο οποίος τόνισε ότι, αν και η άμεση αντιγραφή του ίδιου του κινητήρα είναι δύσκολη, μια διακοπή της συντήρησης στην Τουρκία θα προκαλούσε ασφυξία στις επιχειρήσεις των πελατών του F-35 στη Μέση Ανατολή.
Μπορεί η άμεση αντιγραφή του ίδιου του κινητήρα των F-35 να θεωρείται σχεδόν αδύνατη, λόγω του λογισμικού προστασίας που "κλειδώνει" το αεροσκάφος, όμως αυτό δεν ισχύει και για τη συλλογή δεδομένων. Εάν η Τουρκία λάβει F-35, οι μηχανικοί της θα μπορούν να αναλύσουν τις διαδικασίες συντήρησης, τη συμπεριφορά των βαφών απορρόφησης σημάτων ραντάρ που τα κάνουν αόρατα και, κυρίως, να συλλέξουν δεδομένα πετώντας το KAAN σε εικονικές αερομαχίες απέναντι στο F-35, βελτιώνοντας τις αδυναμίες του δικού τους stealth μαχητικού.
Από τον Απρίλιο του 2025 το Εβραϊκό Ινστιτούτο Εθνικής Ασφάλειας της Αμερικής (JINSA) έχει κρούσει με αναλυτική έκθεσή του τον κώδωνα του κινδύνου για τη πιθανή μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας από την πλευρά της Άγκυρας, αμφισβητώντας ότι το μοναδικό πρόβλημα είναι το σύστημα των S-400 και οι πληροφορίες που μπορεί να υποκλέψει από τα F-35. Σύμφωνα με το JINSA, η πραγματική απειλή έγκειται στις στενές σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και την Κίνα, καθώς η προθυμία της Άγκυρας να συνεργάζεται με αυτές τις χώρες δημιουργεί όπως αναφέρει η έκθεση “πραγματικούς κινδύνους κλοπής ή διαρροής” των τεχνολογικών μυστικών του F-35. Μάλιστα, το ινστιτούτο υπενθυμίζει ένα νομικό προηγούμενο: η αμερικανική κυβέρνηση είχε παγώσει την πώληση 50 μαχητικών F-35 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, παρά τις Συμφωνίες του Αβραάμ, λόγω των ανησυχιών για υποκλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας εξαιτίας της κινεζικής παρουσίας και επιρροής στη χώρα.
Οι κίνδυνοι από τη μεταφορά αμερικανικής τεχνογνωσίας στην Τουρκία εκτείνονται πέρα από τη Μέση Ανατολή. Μια τεράστια ανησυχία —που εκφράζεται έντονα από την Ινδία— αφορά τις στενές αμυντικές σχέσεις της Τουρκίας με το Πακιστάν.
Ο πακιστανικός στρατός εκπαιδεύεται τακτικά σε τουρκικές πλατφόρμες και οι δύο χώρες συμπαράγουν οπλικά συστήματα, όπως για παράδειγμα κορβέτες και drones. Το Ισλαμαμπάντ, το οποίο δεν έχει πρόσβαση σε δυτικά μαχητικά 5ης γενιάς, είναι ο πλέον πρόθυμος εν δυνάμει πελάτης (ακόμα και συμπαραγωγός) για το τουρκικό KAAN. Εάν η Τουρκία επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, ο φόβος, σύμφωνα με Ινδούς αναλυτές, είναι ότι θα δημιουργηθεί ένας "κρυφός διάδρομος μεταφοράς τεχνολογίας": Τα δεδομένα από την τεχνολογία stealth, την επιστήμη των υλικών και τα συστήματα δεδομένων του F-35, στα οποία θα έχουν εκτεθεί οι Τούρκοι μηχανικοί, ενδέχεται να φτάσουν στο Πακιστάν μέσω κοινών ερευνητικών μνημονίων. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί εφιάλτες καθώς το Πακιστάν είναι στενός στρατηγικός εταίρος της Κίνας. Αν αυτές οι τεχνολογικές γνώσεις, έστω και αποσπασματικά, ενσωματωθούν στο πακιστανικό πρόγραμμα μαχητικών ή περάσουν απευθείας στο Πεκίνο για το δικό του μαχητικό, το αεροπορικό πλεονέκτημα της Ινδίας θα εκμηδενιστεί μέσα σε λίγα χρόνια.
Ωστόσο, οι φόβοι για διαρροή τεχνολογικών μυστικών δεν αρκούν από μόνοι τους για να κάνουν ένα μαχητικό να πετάξει: το KAAN έχει να αντιμετωπίσει ένα πρακτικό εμπόδιο που απειλεί την ίδια τη βιωσιμότητά του - το θέμα των κινητήρων που αποτελούσε ανέκαθεν την “αχίλλειο πτέρνα” του. Το αρχικό σχέδιο της Άγκυρας να αναπτύξει έναν δικό της με τη βρετανική Rolls-Royce κατέρρευσε τη διετία 2019-2020, όταν η Τουρκία απαίτησε τον έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων της τεχνολογίας. Αποτέλεσμα του συγκεκριμένου αδιεξόδου είναι τα πειραματικά πρωτότυπα του KAAN να πετούν σήμερα με αμερικανικούς κινητήρες General Electric F110, τους ίδιους ακριβώς που εξοπλίζουν τα F-16.
Αυτόν ακριβώς τον “αναπνευστήρα” προσέφερε η Ουάσιγκτον στην Άγκυρα πριν από λίγες εβδομάδες. Στις 9 Ιουλίου 2026, η 15ήμερη προθεσμία ελέγχου στο αμερικανικό Κογκρέσο, η οποία προβλέπεται για τις πωλήσεις όπλων σε χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, εξέπνευσε, ανάβοντας τελικά το «πράσινο φως» για την πώληση κινητήρων F110 στην Άγκυρα. Η εμπορική συμφωνία, η οποία κοστολογείται σε περισσότερα από 700 εκατομμύρια δολάρια, αφορά την προμήθεια περίπου 80 επιπλέον κινητήρων, οι οποίοι έρχονται να προστεθούν στην αρχική παρτίδα των 10 που παραδόθηκαν το 2025.
Οι F110 αυτοί προορίζονται να εξοπλίσουν τα πρωτότυπα δοκιμών και την πρώτη γραμμή παραγωγής ΚΑΑΝ, με στόχο η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία να μπορέσει να παραλάβει μια πρώτη παρτίδα 20 αεροσκαφών μεταξύ 2028 και 2030. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή αποτελεί και “σανίδα σωτηρίας” για τις εξαγωγικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, καθώς διασώζει τη συμφωνία που έχει ήδη υπογράψει η κατασκευάστρια TAI για την πώληση 48 αεροσκαφών KAAN στην Ινδονησία.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς εγκρίνεται μια τέτοια πώληση υλικού, τη στιγμή που η αμερικανική νομοθεσία επιβάλλει αυστηρό εμπάργκο στην Τουρκία. Η απάντηση κρύβεται σε ένα νομικό “παραθυράκι”: Οι κυρώσεις CAATSA, που ενεργοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2020, στοχοποιούν αποκλειστικά την τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB) και τα κορυφαία στελέχη της, ενώ η πώληση των κινητήρων GE F110 παρακάμπτει νομικά την SSB, καθώς η διαδικασία προμήθειας δεν εμπλέκει άμεσα την υπό κυρώσεις οντότητα. Με λίγα λόγια, η πώληση αυτών των κινητήρων συνιστά μια στοχευμένη εμπορική συναλλαγή που εξαγοράζει πολύτιμο χρόνο για την Τουρκία αλλά σε καμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί τη γενικότερη άρση των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Από την άλλη πλευρά, η επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Η άδεια εξαγωγής των κινητήρων F110 δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Τουρκία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τα F-35, όπως ανέφερε πριν από λίγες ημέρες το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Όμως, η κίνηση της πώλησης των κινητήρων φαίνεται να κρύβει και παγίδες, αφού οι ΗΠΑ επί της ουσίας διευκολύνουν την ολοκλήρωση και τις συμφωνίες για ένα μαχητικό που σε μερικά χρόνια θα βρουν απέναντί τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.