newbeta.ant1news.gr Η νέα στρατηγική δηλητηριάσεων της Ρωσίας | Έρευνες | ANT1News

Έρευνες

21/02/2026 11:29

Η νέα στρατηγική δηλητηριάσεων της Ρωσίας

Η νέα έρευνα του Χάρη Καρανίκα, στο ant1news.gr, για τη νέα στρατηγική δηλητηριάσεων που χρησιμοποιεί η Ρωσία.

Η νέα στρατηγική δηλητηριάσεων της Ρωσίας
-

Άκουσε το άρθρο

 
 

Πέντε ευρωπαϊκές χώρες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο Αλεξέι Ναβάλνι δολοφονήθηκε έγκλειστος σε ρωσική φυλακή με τοξίνη που συναντάται σε βατράχους του Εκουαδόρ. Η μετάβαση της Ρωσίας από το απαγορευμένο novichok -που χρησιμοποιήθηκε κατά τα προηγούμενα χρόνια σε τουλάχιστον δύο απόπειρες δολοφονίας- στην άγνωστη επιβατιδίνη, σηματοδοτεί μια νέα εποχή στις δηλητηριάσεις. Και ενώ η Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα απαγορεύει κάθε τοξίνη που χρησιμοποιείται εχθρικά, ο αρμόδιος διεθνής οργανισμός για την απαγόρευσή τους έχει περιορισμένες δυνατότητες να ελέγξει τέτοιου τύπου ουσίες.

του Χάρη Καρανίκα

Στις 14 Φεβρουαρίου 2026, η κοινή ανακοίνωση από τα υπουργεία Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Ολλανδίας τάραξε τα νερά της διεθνούς διπλωματίας και ασφάλειας. Eργαστηριακές αναλύσεις επιβεβαίωσαν ότι ο Αλεξέι Ναβάλνι, ο επικριτής του Κρεμλίνου που άφησε την τελευταία του πνοή πριν από δύο χρόνια φυλακισμένος από το καθεστώς Πούτιν, δεν πέθανε από “σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου”, όπως ισχυρίστηκε η Μόσχα. Η αιτία ήταν η επιβατιδίνη, ένα δηλητήριο που συναντάται σε πολύ συγκεκριμένα μέρη του πλανήτη.

Η ανακάλυψη αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική εξέλιξη: Σε αντίθεση με το ιστορικό των δηλητηριάσεων στις οποίες φέρεται να εμπλέκεται η Ρωσία, όπου κυριαρχούσαν στρατιωτικού τύπου νευροπαραλυτικοί παράγοντες όπως το Novichok, η στροφή προς μια οργανική τοξίνη αποκαλύπτει τη νέα στρατηγική του ρωσικού κράτους στον “πόλεμο” που διεξάγει εναντίον του Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (OPCW) εδώ και περίπου μία δεκαετία.

Η επιβατιδίνη δεν είναι ένα συνθετικό αέριο νεύρων που παρασκευάζεται σε στρατιωτικά εργαστήρια. Είναι μια τοξίνη που εκκρίνεται φυσικά από το δέρμα του βατράχου Epipedobates tricolor, ενδημικού στα δάση του Εκουαδόρ.

Το Novichok, που χρησιμοποιήθηκε σε απόπειρες δολοφονιών έως τις αρχές αυτής της δεκαετίας, ως φωσφορο-οργανική ένωση, αφήνει συγκεκριμένα χημικά ίχνη που ανιχνεύονται και, κυρίως, περιλαμβάνεται πλέον στη λίστα των απαγορευμένων ουσιών της Σύμβασης για τα Χημικά Όπλα (CWC).

Αντιθέτως, η επιβατιδίνη θεωρείται “αόρατος δολοφόνος”. Δρα προκαλώντας υπέρταση και ταχεία αναπνευστική παράλυση, συμπτώματα που σε μια απλή νεκροψία μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε “σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου”.

Οι πέντε χώρες που εντόπισαν την επιβατιδίνη δεν έμειναν στην ανακοίνωση. Ενεργοποιούν τον OPCW για την υπόθεση, καταγγέλλοντας επί της ουσίας τη Ρωσία για παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, αφού ο Ναβάλνι πέθανε ενώ ήταν έγκλειστος σε ρωσική φυλακή από μία ουσία που συναντάται σε βατράχους του Εκουαδόρ και δεν θα μπορούσε να βρεθεί τυχαία εκεί.

Λίγες ώρες αφού έγινε γνωστό το εύρημα, το ανεξάρτητο ρωσικό μέσο ενημέρωσης Meduza ανέφερε ότι ο μόνιμος εκπρόσωπος της Ρωσίας στον Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων, Βλαντιμίρ Ταραμπρίν, υποστήριξε ότι η επιβατιδίνη και παρόμοιες τοξίνες “δεν

μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης εντός του OPCW” (https://meduza.io/en/news/2026/02/17/russia-categorically-rejects-navalny-poisoning-allegations-in-formal-note-to-chemical-weapons-watchdog). Η λογική πίσω από αυτόν τον ισχυρισμό ενδέχεται να οφείλεται στο ότι η συγκεκριμένη ουσία, ως τοξίνη βιολογικής προέλευσης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Σύμβασης για τα Βιολογικά και Τοξινικά Όπλα (BTWC).

Η διαφορά είναι κρίσιμη: Ο OPCW διαθέτει επιθεωρητές, εργαστήρια και μηχανισμό απόδοσης ευθυνών για τις παραβιάσεις της Σύμβασης για τα Χημικά Όπλα. Η BTWC δεν διαθέτει τίποτα από αυτά. Αντί για έναν αυτόνομο οργανισμό όπως ο OPCW στη Χάγη, η BΤWC διαθέτει μόνο μία μονάδα υποστήριξης εφαρμογής της Σύμβασης, που εδρεύει στη Γενεύη, στο γραφείο του ΟΗΕ για τον Αφοπλισμό. Πρόκειται για μια εξαιρετικά μικρή διοικητική δομή, που συνήθως αποτελείται από 3-4 μόνιμους υπαλλήλους.

Την ίδια ώρα, έγινε γνωστό από τον ερευνητή δημοσιογράφο Σεργκέι Ντομπρίνιν του Radio Free Europe ότι το 2013 επιστήμονες του Κρατικού Ινστιτούτου Οργανικής Χημείας και Τεχνολογίας με έδρα τη Μόσχα, γνωστού με το ρωσικό ακρωνύμιο GosNIIOKhT, δημοσίευσαν μια εργασία που περιγράφει μια μέθοδο παραγωγής επιβατιδίνης στο εργαστήριο.

Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, απέρριψε κατηγορηματικά τα ευρήματα για τη χρήση επιβατιδίνης, χαρακτηρίζοντας την κοινή ανακοίνωση των πέντε χωρών ως “δυτική προπαγανδιστική φάρσα” και “εκστρατεία παραπληροφόρησης”, σχεδιασμένη για να αποσπάσει την προσοχή της δυτικής κοινής γνώμης από τα εσωτερικά της προβλήματα. Υποστήριξε δε ότι η παρουσία μιας τέτοιας ουσίας σε ρωσική φυλακή είναι αδύνατη, εκτός αν “φυτεύτηκε” από ξένους πράκτορες ή δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και σημείωσε ότι η Ρωσία δεν έλαβε τους χημικούς τύπους και τα αποτελέσματα των εξετάσεων πριν τη δημόσια ανακοίνωση, αποκαλώντας τις κατηγορίες «κενό θόρυβο» και ιατρικά αβάσιμες, καθώς δεν τηρήθηκαν τα πρωτόκολλα ανταλλαγής στοιχείων. Μάλιστα αναφέρθηκε και στον νεκρό Ναβάλνι, αποκαλώντας τον “blogger που έχει χαρακτηριστεί επισήμως τρομοκράτης και εξτρεμιστής”.

Η μετάβαση στην επιβατιδίνη το 2026 δεν έγινε εν κενώ. Ήταν το επόμενο βήμα μετά την αποτυχία απόκρυψης κατά την πρώτη απόπειρα δολοφονίας του Ναβάλνι, τον Αύγουστο του 2020. Αυτή η υπόθεση αποτελεί το βασικό παράδειγμα του “κλεφτοπόλεμου” της Ρωσίας με τους επιθεωρητές του OPCW.

Δημοσιογραφική έρευνα στην οποία συμμετείχαν τα ενημερωτικά μέσα Bellingcat, μαζί με το The Insider, το Der Spiegel και το Dossier Center, εντόπισαν μια ομάδα ειδικών σε χημικά όπλα των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών που παρακολουθούσαν τον Ναβάλνι για πάνω από τρία χρόνια πριν από τη δηλητηρίασή του με νευροτοξικό παράγοντα Novichok το 2020. Ο τότε ερευνητής του Bellingcat Κρίστο Γκρότσεφ, είχε τηλεφωνική κλήση με πράκτορα της FSB που περιέγραψε λεπτομερώς την πλοκή της επιχείρησης, ενώ πίστευε ότι μιλούσε με έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο.

Όταν ο Ναβάλνι μεταφέρθηκε σε κώμα στο νοσοκομείο Charite του Βερολίνου, η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε τη συνδρομή του OPCW. Η έκθεση που ακολούθησε (S/1906/2020, 6 Οκτωβρίου 2020) περιέχει μια διατύπωση που υπονοούσε την ύπαρξη ενός προγράμματος ανάπτυξης χημικών όπλων.

Όπως ανέφερε η εν λόγω έκθεση “τα αποτελέσματα της ανάλυσης δειγμάτων... καταδεικνύουν ότι ο κ. Ναβάλνι εκτέθηκε σε τοξική χημική ουσία που δρα ως αναστολέας της χολινεστεράσης”. Το κρίσιμο σημείο όμως βρίσκεται στην εξής λεπτομέρεια: “Οι βιοδείκτες... έχουν παρόμοια δομικά χαρακτηριστικά (similar structural characteristics) με τις τοξικές χημικές ουσίες που ανήκουν στα παραρτήματα 1.A.14 και 1.A.15... Ωστόσο, αυτός ο αναστολέας χολινεστεράσης δεν περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Χημικών Ουσιών της Σύμβασης (για τα Χημικά Όπλα)”

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι μετά την απαγόρευση του “κλασικού” Novichok το 2019 από τον OPCW, οι δράστες τροποποίησαν τη μοριακή δομή του δηλητηρίου. Άλλαξαν ελαφρώς τη χημική αλυσίδα ώστε η ουσία να είναι τεχνικά “νόμιμη” (αφού δεν ήταν στη λίστα), αλλά εξίσου θανατηφόρα. Η αποκάλυψη του OPCW το 2020 χάλασε αυτό το σχέδιο, αναγκάζοντας τους δράστες να στραφούν αργότερα στις βιολογικές τοξίνες.

Αφού επέζησε από τη δηλητηρίαση, ο Ναβάλνι επέστρεψε στη Ρωσία και φυλακίστηκε στην σωφρονιστικό κατάστημα IK-3 στα τέλη του 2023. Αυτή η η φυλακή, που βρίσκεται στην περιοχή της Αρκτικής, είναι γνωστή ως μία από τις πιο σκληρές στη Ρωσία. Στις 16 Φεβρουαρίου 2024, η ρωσική σωφρονιστική υπηρεσία ανακοίνωσε ότι ο Ναβάλνι πέθανε αφού κατέρρευσε κατά τον προαυλισμό του.

Πριν τα πρόσφατα ευρήματα για τη χρήση της επιβατιδίνης, η Ρωσία είχε ήδη δείξει τις προθέσεις της να καταστρατηγήσει τη Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας. Τον Νοέμβριο του 2024, ο OPCW δημοσίευσε την έκθεση S/2338/2024, μετά από αίτημα τεχνικής συνδρομής της Ουκρανίας. Οι επιθεωρητές του Οργανισμού βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, κοντά στο χωριό Illinka της περιοχής Dnipropetrovsk. Αποστολή τους ήταν να ελέγξουν καταγγελίες για χρήση χημικών μέσων κατά των ουκρανικών στρατευμάτων.

Τα ευρήματα ήταν αδιαμφισβήτητα: Η έκθεση αναφέρει τον εντοπισμό χειροβομβίδας τύπου RG-Vo, καθώς και δειγμάτων εδάφους από χαρακώματα. Η ανάλυση στα διαπιστευμένα εργαστήρια του OPCW έδειξε την παρουσία ουσίας που συναντάται στο αέριο CS, το περιέχεται στα δακρυγόνα για την καταστολή ταραχών από την αστυνομία, όμως η χρήση του σε πόλεμο απαγορεύεται αυστηρά από τη Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα. Η Ρωσία φέρεται να χρησιμοποιούσε αυτό το αέριο για να “καπνίσει” τους στρατιώτες έξω από τα οχυρωμένα χαρακώματα και στη συνέχεια να τους σκοτώσει με συμβατικά πυρά. Η συγκεκριμένη έκθεση του OPCW το 2024 απέδειξε ότι η Ρωσία έχει ενσωματώσει τα χημικά στο στρατιωτικό της δόγμα.

Ωστόσο, η ρίζα της σύγκρουσης της Μόσχας με τον διεθνή οργανισμό εντοπίζεται αρκετά χρόνια πριν, στο Σόλσμπερι της Αγγλίας, τον Μάρτιο του 2018, κατά την απόπειρα δολοφονίας του πρώην διπλού πράκτορα Σεργκέι Σκριπάλ και της κόρης του Γιούλια με τον νευροτοξικό παράγοντα Novichok. Σημειώνεται ότι το ρωσικό Κρατικό Ινστιτούτο Οργανικής Χημείας και Τεχνολογίας, επιστήμονες του οποίου δημοσίευσαν την εργασία για την παρασκευή επιβατιδίνης στο εργαστήριο, εμπλεκόταν και στη δημιουργία του Novichok, ενώ εντάχθηκε στις λίστες κυρώσεων της ΕΕ και των ΗΠΑ τόσο για την υπόθεση Σκριπάλ όσο και για τη δηλητηρίαση του Ναβάλνι το 2020.

Στην υπόθεση Σκριπάλ η εμπλοκή του OPCW ήταν καθοριστική. Η έκθεση Τεχνικής Βοήθειας (S/1612/2018), που συντάχθηκε μετά τη συλλογή δειγμάτων αίματος από τα θύματα, περιέχει μια φράση-κλειδί που κατέρριψε το ρωσικό αφήγημα περί προβοκάτσιας.

Στην παράγραφο 11 της έκθεσης αναφέρεται: “Η ομάδα σημειώνει ότι η τοξική χημική ουσία ήταν υψηλής καθαρότητας. Το τελευταίο συμπεραίνεται από την σχεδόν πλήρη απουσία προσμείξεων”

Η φράση “υψηλής καθαρότητας” είναι το κλειδί: Μόνο ένα κρατικό πρόγραμμα με προηγμένες εγκαταστάσεις θα μπορούσε να παρασκευάσει έναν νευροπαραλυτικό παράγοντα χωρίς υπολείμματα και προσμείξεις, καθώς ερασιτέχνες ή τρομοκράτες θα είχαν αφήσει πίσω τους ένα “βρώμικο” μείγμα.

Και έπειτα υπήρχε και μία συμπληρωματική έκθεση, αυτή για το περιστατικό στο Έιμσμπερι (S/1671/2018), όπου η Dawn Sturgess πέθανε αφού ψέκασε τον καρπό της με το πεταμένο μπουκάλι του δηλητηρίου, επιβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για την ίδια ουσία, με συγκέντρωση 97-98%.

Λίγο μετά τις προαναφερόμενες εκθέσεις εξαπολύθηκε επίθεση χάκερ στα κεντρικά του OPCW στη Χάγη. Ταυτόχρονα η Ρωσία διπλωματικά απείλησε με το κόψιμο χρηματοδότησης στον οργανισμό. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν η ιστορική απόφαση των κρατών-μελών τον Νοέμβριο του 2019 να προσθέσουν τα Novichok στη Λίστα 1 της Σύμβασης για τα Χημικά Όπλα.

Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι: η διεθνής κοινότητα απέτυχε να αντιδράσει στις πρώτες υποθέσεις. Τα κενά στις έρευνες τριών υποθέσεων κατά τη διάρκεια προηγούμενων δεκαετιών δημιούργησαν την πεποίθηση ότι οι δηλητηριάσεις αντιπάλων του ρωσικού καθεστώτος θα παρέμεναν εκτός των ραντάρ απόδοσης ευθυνών και λογοδοσίας.

Το πρώτο περιστατικό ήταν η δηλητηρίαση του Βίκτορ Γιούσενκο, του Ουκρανού πολιτικός που διετέλεσε Πρόεδρος της Ουκρανίας από το 2005 έως το 2010. Ο Γιούσενκο δηλητηριάστηκε με διοξίνη TCDD κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2004, με την ουσία να ταυτοποιείται από δυτικά εργαστήρια. Τα επίπεδα διοξίνης ήταν 6.000 φορές πάνω από το φυσιολογικό, όμως, το 2004, οι μηχανισμοί της Σύμβασης για τα Χημικά Όπλα δεν ενεργοποιήθηκαν πολιτικά. Η Ουκρανία βρισκόταν σε αναταραχή και η διεθνής κοινότητα δίστασε να κατηγορήσει ευθέως τη Ρωσία για χρήση χημικών όπλων, αντιμετωπίζοντάς το ως εσωτερική εγκληματική ενέργεια. Η υπόθεσή του Γιούσενκο θεωρήθηκε προάγγελος των μετέπειτα επιθέσεων εναντίον αντιπάλων των ρωσικών συμφερόντων.

Δύο χρόνια μετά την υπόθεση Γιούσενκο, προέκυψε η δηλητηρίαση του Αλεξάντερ Λιτβινένκο, αξιωματικού των ρωσικών υπηρεσίας πληροφοριών, ο οποίος αυτομόλησε στο Ηνωμένο Βασίλειο και έγινε έντονος επικριτής του Βλαντιμίρ Πούτιν. Για τη δολοφονία του στο Λονδίνο το 2006 χρησιμοποιήθηκε το πολώνιο-210. Ο OPCW στο συγκεκριμένο περιστατικό δεν είχε δικαιοδοσία, καθώς το πολώνιο είναι ραδιενεργό ισότοπο, όχι χημικό όπλο. Η υπόθεση πέρασε στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA), η οποία, δεσμευμένη από το καταστατικό της που εστιάζει στην ασφάλεια από τα πυρηνικά, δεν αντιμετώπισε το γεγονός ως κρατική επίθεση. Το κατέγραψε στη βάση δεδομένων της ως περιστατικό “παράνομης διακίνησης” ραδιενεργών υλικών. Η Ρωσία ισχυρίστηκε ότι το υλικό είχε κλαπεί και αρνήθηκε να εκδώσει τους υπόπτους, επικαλούμενη το Σύνταγμά της. Η έλλειψη διεθνούς θεσμικής καταδίκης τότε, λειτούργησε ως “πράσινο φως”.

Κι έπειτα ήταν και η περίπτωση του Βλαντιμίρ Καρα-Μούρζα, του ρώσου αντιπολιτευόμενου πολιτικού που βρίσκεται πίσω από την προώθηση του «Νόμου Μαγκνίτσκι» στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ο οποίος επιβάλλει κυρώσεις σε ρώσους αξιωματούχους που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Καρα-Μούρζα δηλητηριάστηκε δύο φορές στη Μόσχα, μία το 2015 και άλλη μία το 2017, εμφανίζοντας συμπτώματα πολυοργανικής ανεπάρκειας. Εδώ, η στρατηγική ήταν η “ιατρική συσκότιση”. Οι ρώσοι γιατροί αρνήθηκαν ότι υπήρξε δηλητηρίαση, και χωρίς τη δυνατότητα άμεσης μεταφοράς δειγμάτων σε εργαστήριο του OPCW, όπως έγινε με τον Ναβάλνι στο Βερολίνο, η ουσία διασπάστηκε και χάθηκε. Χωρίς ταυτοποιημένη ουσία, ο OPCW δεν μπορούσε να παρέμβει. Η υπόθεση έμεινε μετέωρη, παρόλο που έρευνες δημοσιογράφων του Bellingcat απέδειξαν ότι ο Καρα-Μούρζα παρακολουθούνταν από την ίδια ομάδα χημικών της FSB που παρακολουθούσε και τον Ναβάλνι.

Η ανάλυση των διπλωματικών κινήσεων της Ρωσίας στον OPCW αποκαλύπτει ένα οργανωμένο σχέδιο υπονόμευσης του οργανισμού. Μετά την επίθεση με χημικά όπλα στη Ντούμα της Συρίας τον Απρίλιο του 2018 από το καθεστώς Άσαντ, η σύμμαχος Ρωσία μετέφερε “μάρτυρες” στη Χάγη για να καταθέσουν ότι η επίθεση ήταν σκηνοθετημένη από τη Δύση. Ήδη έναν χρόνο πριν, το 2017, η Ρωσία είχε ασκήσει βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας για να τερματίσει τη λειτουργία του Κοινού Μηχανισμού Έρευνας (JIM) του OPCW και του ΟΗΕ ώστε να μην παραταθούν οι έρευνές του. Ο JIM είχε κατηγορήσει τη Συρία για χρήση του δηλητηριώδους αερίου σαρίν.

«Η Ρωσία «σκότωσε» τον Κοινό Μηχανισμό Έρευνας που έχει τη συντριπτική στήριξη αυτού του συμβουλίου. Και εξαλείφοντας την ικανότητά μας να εντοπίσουμε τους δράστες, η Ρωσία υπονόμευσε τη δυνατότητά μας να αποτρέψουμε μελλοντικές επιθέσεις. Ο Άσαντ και το Ισλαμικό Κράτος δεν θα είναι πια υπόλογοι για τη χρήση χημικών όπλων, εξαιτίας της Ρωσίας», είχε δηλώσει τότε η Αμερικανίδα Πρέσβης στον ΟΗΕ, Νίκι Χάλει.

Αποκορύφωμα του σχεδίου υπονόμευσης του OPCW ήταν η προσπάθεια διάλυσής του το 2019, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία για να αποκτήσει ο οργανισμός τη δυνατότητα να κατονομάζει τους δράστες μέσω της ομάδας του IIT. Τότε η Ρωσία απείλησε με διακοπή χρηματοδότησης. 

Η προσφυγή των πέντε χωρών για το εύρημα της επιβατιδίνης στον Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων, παρά τα όσα φέρεται να δήλωσε ο μόνιμος εκπρόσωπος της Ρωσίας περί θέματος που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης εντός του OPCW, δεν είναι μάταιη. Βάσει του καταστατικού χάρτη του Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων και των σχετικών αποφάσεων, η αρμοδιότητα του σχετικά με τα βιολογικά και τοξινικά όπλα είναι σαφώς καθορισμένη αλλά και νομικά περίπλοκη στα όρια της επικάλυψης. Το πιο κρίσιμο σημείο είναι ότι η Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα ορίζει ως "Τοξική Χημική Ουσία" κάθε χημική ουσία η οποία, μέσω της δράσης στις βιολογικές διεργασίες, μπορεί να προκαλέσει θάνατο, προσωρινή ανικανότητα ή μόνιμη βλάβη. Ο ορισμός αυτός ισχύει “ανεξαρτήτως της προέλευσης ή της μεθόδου παραγωγής της”. Αυτό σημαίνει ότι μια τοξίνη που παράγεται από έναν ζωντανό οργανισμό θεωρείται νομικά Χημικό Όπλο αν χρησιμοποιηθεί για εχθρικούς σκοπούς. Και μπορεί η επιβατιδίνη να μην έχει ενταχθεί στον κατάλογο των απαγορευμένων ουσιών της Σύμβασης, ωστόσο, άλλες βιοτοξίνες, όπως η ρικίνη και η σαξιτοξίνη, περιλαμβάνονται.

Η τελευταία φορά που ο OPCW αναφέρθηκε στο θέμα των βιοτοξινών ήταν το 2023, μερικούς μήνες πριν από τον θάνατο του Ναβάλνι. Μία προσωρινή ομάδα εργασίας ασχολήθηκε με τις δυνατότητες του οργανισμού όσον αφορά την ανάλυση τέτοιων ουσιών και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει αδυναμία να καλύψει ολόκληρο το φάσμα και ότι είναι αναγκαία η συνεργασία με εξωτερικά εργαστήρια. Εκείνη την περίοδο οι δυνατότητες του OPCW περιορίζονταν στις δύο βιοτοξίνες που είχαν ενταχθεί στον κατάλογο των απαγορευμένων ουσιών, τη ρικίνη και τη σαξιτοξίνη. Επιπλέον, η προσωρινή ομάδα εργασίας είχε καταλήξει σε εννέα βιοτοξίνες, στις οποίες ο OPCW πρέπει να εστιάσει - κάτι σαν λίστα “προτεραιοτήτων”. Η επιβατιδίνη, δεν ήταν ανάμεσά τους. Στην προσωρινή ομάδα εργασίας συμμετείχε και ειδικός από τη Ρωσία.


12345 ... 8910
  Ακολουθήστε το antenna.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις!
 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή του παρόντος άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή antenna.gr (με ενεργό σύνδεσμο προς το antenna.gr)