Έρευνες
Η “μαύρη τρύπα” των 20 δισ. δολαρίων: Το μεγάλο κόστος των S-400 για την Τουρκία
Μέσα από επίσημα πρακτικά του τουρκικού κοινοβουλίου το ant1news.gr αποκαλύπτει τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και στοιχεία για την οικονομική ζημιά που προκάλεσε η προμήθεια του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 από την κυβέρνηση Ερντογάν, αναλύοντας πώς η Τουρκία, από το αρχικό κόστος των 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έφτασε να μετράει πλέον συνολικές απώλειες που αγγίζουν τα 20 δισεκατομμύρια.

Άκουσε το άρθρο
του Χάρη Καρανίκα
Η απόφαση της κυβέρνησης Ερντογάν να προχωρήσει στην αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 αποτελεί ίσως ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα στοιχήματα της τουρκικής ιστορίας: Αυτό που ξεκίνησε πριν από εννέα χρόνια ως μια επίδειξη ανεξαρτησίας απέναντι στη Δύση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξελίχθηκε σε ένα σπιράλ οικονομικής και πολιτικής φθοράς.
Τον Ιούλιο του 2019, η Άγκυρα εκδιώχθηκε από την κοινοπραξία κατασκευής του Joint Strike Fighter επειδή η ηγεσία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έκρινε πως η συνύπαρξη του συστήματος S-400 με τα F-35 στο ίδιο δίκτυο αεράμυνας, θα επέτρεπε στη ρωσική τεχνολογία να χαρτογραφήσει και να υποκλέψει τα διαβαθμισμένα χαρακτηριστικά του stealth μαχητικού. Ενάμιση χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του 2020, επιβλήθηκαν από τις ΗΠΑ στην Τουρκία και οι κυρώσεις CAATSA (Countering America's Adversaries Through Sanctions Act), στα πλαίσια του ευρύτερου νομοθετικού πλαισίου που επιβάλλει τιμωρητικά μέτρα σε οντότητες οι οποίες πραγματοποιούν σημαντικές συναλλαγές με τον ρωσικό αμυντικό τομέα. Στην περίπτωση της Τουρκίας, οι κυρώσεις αυτές στόχευσαν συγκεκριμένα την Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB), παγώνοντας περιουσιακά στοιχεία και μπλοκάροντας άδειες εξαγωγών εξαιτίας της αγοράς των S-400. Για να τερματιστεί η ισχύς των κυρώσεων CAATSA, απαιτείται επίσημη νομική πιστοποίηση του Αμερικανού προέδρου προς το Κογκρέσο, η οποία θα βεβαιώνει ότι το επίμαχο ρωσικό σύστημα δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της Τουρκίας.
Πριν αποβληθεί από το πρόγραμμα των F-35 τον Ιούλιο του 2019, η κυβέρνηση Ερντογάν είχε πληρώσει για έξι μαχητικά αεροσκάφη, τα οποία έχουν μπει σε καθεστώς “μακράς αποθήκευσης” λόγω των κυρώσεων και φυλάσσονται σε αμερικανικό έδαφος. Για να ανάψει το “πράσινο φως” και να τα λάβει, η αμερικανική πλευρά απαιτεί την οριστική απομάκρυνση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από το τουρκικό οπλοστάσιο. Οι τελευταίες εξελίξεις στο θέμα δείχνουν ότι το επικρατέστερο σενάριο αναφέρεται η πώληση ή μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα, πιθανώς στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια κίνηση ωστόσο που βρίσκεται σε στάδιο παρασκηνιακών διαβουλεύσεων καθώς εξαρτάται από τη συγκατάθεση της Μόσχας.
Όμως, ακόμη και αν η Τουρκία βρει μια φόρμουλα για να μεταβιβάσει τους S-400 σε τρίτη χώρα και ο Λευκός Οίκος προχωρήσει στην άρση των κυρώσεων CAATSA, αυτό δεν συνεπάγεται την αυτόματη επανένταξη της χώρας στο πρόγραμμα των F-35. Η επιστροφή στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των μαχητικών —είτε ως πελάτης είτε ως συμπαραγωγός— συνιστά μια εντελώς διαφορετική πορεία. Απαιτεί την -όχι δεδομένη- έγκριση από το Κογκρέσο, το οποίο θα πρέπει να αξιολογήσει τον ευρύτερο στρατηγικό ρόλο της Άγκυρας πέραν της απλής απουσίας των ρωσικών πυραύλων, αλλά και νέες αξιολογήσεις ασφαλείας από το Πεντάγωνο, αλλά και νέες αξιολογήσεις ασφαλείας από το Πεντάγωνο. Ιδιαίτερα το αμερικανικό Κογκρέσο αναμένεται να προβάλλει ισχυρές αντιστάσεις, ζητώντας νομικές εγγυήσεις ότι η Τουρκία δεν θα αποκτήσει ξανά αντίστοιχα ρωσικά συστήματα και δεν θα απειλήσει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εξίσωση παραμένει ιδιαίτερα περίπλοκη, καθώς η Άγκυρα από τη μία καλείται να ικανοποιήσει τις αυστηρές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον για τα stealth μαχητικά, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια μετωπική ρήξη στις σχέσεις με τη Ρωσία.
Πριν από λίγες ημέρες, η Εθνική Ακαδημία της MIT, των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, προσέγγισε το θέμα της αγοράς των S-400, αναφέροντας ότι ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των υπερσύγχρονων μαχητικών F-35. Παράλληλα, οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι η αγορά αυτή οδήγησε στην επίσημη ενεργοποίηση του αμερικανικού νόμου περί κυρώσεων (CAATSA), κάτι που, όπως ισχυρίζονται, επέφερε πλήγμα τόσο στη συνοχή του ΝΑΤΟ όσο και στην κοινή αποτρεπτική ικανότητα της Συμμαχίας.
Οι συνέπειες της προμήθειας των S-400 εξαπλώθηκαν πέρα από τα F-35. Το ντόμινο περιλάμβανε ένα κύμα άτυπων και επίσημων εμπάργκο, όπως οι περιορισμοί του Καναδά στα ηλεκτρο-οπτικά συστήματα, της Γερμανίας στον κινητήρα του τουρκικού άρματος μάχης Altay, και των ΗΠΑ στους εκτοξευτές Mk41 για τις νέες φρεγάτες Istif. Σύμφωνα με την έκθεση της ακαδημίας των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, αυτά τα εμπάργκο προκάλεσαν "βραχυπρόθεσμα κόστη, καθυστερήσεις στα εξοπλιστικά προγράμματα και κενά στις στρατιωτικές δυνατότητες". Υπό το βάρος της πίεσης, ο αμυντικός προϋπολογισμός της Τουρκίας εκτινάχθηκε από τα 13 δισ. δολάρια το 2021, στα 32,6 δισ. ως πρόβλεψη για το 2025. Βέβαια, το αφήγημα της έκθεσης επιχειρεί να δει και μία θετική πλευρά, υποστηρίζοντας ότι η ασφυξία αυτή οδήγησε την τουρκική αμυντική βιομηχανία σε ανάπτυξη, φτάνοντας το 82% σε ποσοστό εγχώριας παραγωγής και ξεπερνώντας τα 10 δισ. δολάρια σε εξαγωγές το 2025.
Αν η έκθεση της MΙT προσπαθεί να αμβλύνει τις εντυπώσεις παρουσιάζοντας μια εικόνα βιομηχανικής “άνθισης” μέσα από τις κυρώσεις, πρακτικά του τουρκικού κοινοβουλίου που εντόπισε και ανέλυσε το ant1news.gr αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε η προμήθεια των S-400 κατήγγειλαν τη συμφωνία ως ένα “καταστροφικό αδιέξοδο”. Χαρακτήριζαν την αγορά ως μία "αποτυχημένη μπλόφα" απέναντι στις ΗΠΑ, η οποία εγκλώβισε την Τουρκία σε κυρώσεις, της στέρησε τα F-35 και οδήγησε τη χώρα σε τεράστιες οικονομικές απώλειες.
Η πορεία της οικονομικής ζημιάς καταγράφεται λεπτομερώς μέσα από τις αναφορές των βουλευτών χρόνο με τον χρόνο: Πρώτο το φιλοκουρδικό HDP, με τον βουλευτή του Garo Paylan, προειδοποίησε από το 2017 ότι δισεκατομμύρια δολάρια ετοιμάζονται να σπαταληθούν για ένα σύστημα χωρίς ξεκάθαρο εχθρό, τη στιγμή που εκατομμύρια οικογένειες δεν μπορούν να αγοράσουν ούτε παπούτσια για τα παιδιά τους. Δύο χρόνια μετά, το 2019, ακούγονται οι πρώτες φωνές ότι η αγορά ήταν "μπλόφα": ο Feridun Bahsi, βουλευτής του Καλού Κόμματος (ΙΥΙ Parti), ρωτάει αν ο Ερντογάν έδωσε εντολή, μετά την τότε συνάντησή του με τον αμερικανό πρόεδρο Τραμπ, που τότε διένυε την πρώτη θητεία του, να μπουν οι πύραυλοι κατευθείαν "στην αποθήκη". Ο Ahmet Kamil Erozan, από την ίδια παράταξη, προσέθεσε ότι θα αφεθούν να σαπίζουν.
Το 2020 η κόντρα συνεχίζεται. Το Καλό Κόμμα κάνει πλέον λόγο για 2,5 δισ. δολάρια που “πετάχτηκαν” στην παράλογη αγορά των S-400, ενώ το HDP προσθέτει στο λογαριασμό τα F-35, υπολογίζοντας την αρχική ζημία στα 6 δισ. δολάρια για τα δύο προγράμματα. Στο κοινοβούλιο κυριαρχεί η ερώτηση αν τα συστήματα θα αφεθούν "να σαπίζουν στην αποθήκη".
Το 2021, ο Garo Paylan από το HDP, που είχε πρώτος αναδείξει το θέμα, αναλύει τον άμεσο λογαριασμό: 2,5 δισ. για τους S-400 και 1,4 δισ. δολάρια που χάθηκαν ως προκαταβολή για τα F-35. Σύνολο: 3,9 δισεκατομμύρια δολάρια "στον βρόντο", ένα ποσό που ισοδυναμούσε τότε με 40 δισ. τουρκικές λίρες. Το 2022 βουλευτές του Καλού Κόμματος επισημαίνουν ότι το κόστος αυτών των συστημάτων που "κρατούνται σε υπόστεγα επί τέσσερα χρόνια" ξεπερνά το ετήσιο κέρδος ολόκληρου του τουρκικού αμυντικού τομέα.
Την περίοδο 2023-2024 η κόντρα κορυφώνεται, με την ισχυρότερη αντιπολιτευόμενη παράταξη στην Τουρκία να εξαπολύει ευθεία επίθεση: Ο Hikmet Yalim Halici από το CHP παραθέτει στη τουρκική βουλή στοιχεία ότι η Ελλάδα αγοράζει 40 υπερσύγχρονα F-35 με 8 δισ. δολάρια, ενώ η Τουρκία αναγκάζεται να πληρώσει 23 δισεκατομμύρια δολάρια για παλαιότερα F-16 εξαιτίας του αποκλεισμού της. Ο Erhan Usta από το Καλό Κόμμα ανεβάζει τον λογαριασμό της ζημιάς στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια: 2,5 δισ. για τους S-400, 1,4 δισ. για τα F-35 και 11 δισ. από την απώλεια εξαγωγών και βιομηχανικών συμβολαίων λόγω της αποπομπής της χώρας από το πρόγραμμα.
Τα ίδια πάνω κάτω συνεχίζονται έως σήμερα, με το Καλό Κόμμα να έχει πλέον ανεβάσει την τελική εκτίμηση της συνολικής οικονομικής απώλειας στα 15 έως 20 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόσφατα το CHP χαρακτήρισε τους αποθηκευμένους πυραύλους "σωρό από παλιοσίδερα", ενώ το Καλό Κόμμα τους αποκάλεσε άχρηστα "μπουριά σόμπας" για τα οποία η χώρα μάτωσε οικονομικά.
Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης δεν στάθηκαν μόνο στους αριθμούς, αλλά ανέδειξαν το κοινωνικό κόστος της προμήθειας των S-400. Το φιλοκουρδικό HDP είχε ζητήσει την άμεση επιστροφή των συστημάτων στη Ρωσία, προτείνοντας με τα χρήματα αυτά να προσληφθούν άμεσα 200.000 εκπαιδευτικοί ή να δοθεί λύση στους εκατομμύρια πολίτες που δεν μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν λόγω ηλικιακών ορίων.
Σε ειρωνικό τόνο, το CHP είχε προτρέψει τον Ερντογάν, το 2020, να χρησιμοποιήσει την "επιρροή" που θεωρητικά αγόρασε με τα 2,5 δισ. δολάρια από τον Πούτιν, για να λύσει το τεράστιο πρόβλημα των τουρκικών εξαγωγών φράουλας προς τη Ρωσία. Επιπλέον, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς το 2023, βουλευτής του DEM διερωτήθηκε, πόσα χιλιάδες κοντέινερ θα μπορούσαν να είχαν αγοραστεί για τον σεισμόπληκτο πληθυσμό με τα δισεκατομμύρια που δόθηκαν για τους S-400.
Μία από τις πλέον βασικές δικαιολογίες του Ερντογάν για την προμήθεια του συστήματος αεράμυνας ήταν η υποτιθέμενη εξασφάλιση τεχνογνωσίας και η κοινή παραγωγή με τους Ρώσους. Η “υπόσχεση” αυτή κατέρρευσε το 2020 εντός της τουρκικής βουλής, με το Καλό Κόμμα να αναφέρει ότι η ρωσική πλευρά είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπήρχε καμία απολύτως πρόβλεψη για μεταφορά τεχνολογίας. Μάλιστα, βουλευτής της συγκεκριμένης παράταξης ρωτούσε το 2022 εάν ο τουρκικός στρατός είχε καν την τεχνική ικανότητα να ενεργοποιήσει το σύστημα χωρίς τους Ρώσους μηχανικούς. Δύο χρόνια αργότερα, το 2024, το CHP κατήγγειλε ξανά ότι η υπόσχεση περί κοινής παραγωγής ήταν "ένα τεράστιο ψέμα που ειπώθηκε στο τουρκικό έθνος" και πως "δεν μεταφέρθηκε ούτε ένα γραμμάριο τεχνολογίας". Οι βουλευτές συνέχιζαν να κατηγορούν την κυβέρνηση Ερντογάν ότι με αυτή την ακατανόητη αγορά, όχι μόνο δεν ανεξαρτητοποίησε τη χώρα, αλλά αντίθετα την κατέστησε εξαρτημένη στους Ρώσους.
Από την πρώτη στιγμή, οι αναλυτές και η αντιπολίτευση, όπως ο βουλευτής Sezgin το 2020, επεσήμαναν ότι οι S-400 θα παρέμενε ένα ανεξάρτητο, "stand-alone" σύστημα, το οποίο δεν θα ενσωματωνόταν στα συστήματα προειδοποίησης της Τουρκίας, γεγονός που ελαχιστοποιούσε την αποτελεσματικότητά τους. Υπό τη σφοδρή κριτική για την αδράνεια των πυραύλων, τον Νοέμβριο του 2024, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού για το 2025, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Yasar Guler, προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. Δήλωσε ότι όλες οι υποδομές και τα υπόγεια καταφύγια είναι έτοιμα, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα θα βγει από τις αποθήκες και θα ενεργοποιηθεί πλήρως μέσα σε μόλις 12 ώρες εάν υπάρξει υπέρτατος κίνδυνος αεροπορικής επίθεσης. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι πλέον "οι Αμερικανοί δεν έχουν καμία αντίρρηση", εφόσον τα συστήματα παραμένουν υπό τουρκικό έλεγχο.
Ένας ακόμα μεγάλος μύθος γύρω από τους S-400 αφορούσε τον ισχυρισμό της κυβέρνησης Ερντογάν ότι προχώρησε στην αγορά του ρωσικού συστήματος "από αναγκαιότητα", επειδή οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να τους πουλήσουν συστήματα Patriot. Αυτό διαψεύστηκε από την αντιπολίτευση. Από το 2020 βουλευτής του Καλού Κόμματος καταγράφεται στα πρακτικά της τουρκικής βουλής να επισημαίνει ότι οι ΗΠΑ ποτέ δεν αρνήθηκαν την πώληση, αλλά η Τουρκία υπαναχώρησε διότι απαιτούσε μεταφορά τεχνολογίας, την οποία τελικά δεν πήρε ούτε από τους Ρώσους. Επιπλέον, πρόσφατα το CHP υπενθύμισε στη βουλή τα ίδια τα λόγια του Ερντογάν από το 2019, όπου παραδεχόταν ότι οι ΗΠΑ θα έδιναν τους Patriot, αλλά "τα κλειδιά θα έμεναν σε εκείνους".
Το φιάσκο των S-400 απασχόλησε και κατά τη διάρκεια του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν τον Μάρτιο του 2026. Όταν οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι εισέβαλαν στον τουρκικό εναέριο χώρο, οι ρωσικοί S-400 παρέμεναν στα υπόστεγά τους. Ο επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας, Hulusi Akar, ερωτηθείς από δημοσιογράφους γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν, απάντησε ότι το Ιράν αρνήθηκε την εκτόξευση και προσέθεσε καθησυχαστικά ότι λαμβάνονται μέτρα "συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων Patriot". Η αντιπολίτευση αντέδρασε έντονα: "Πού είναι οι S-400; Γιατί φέρνουμε Patriot αφού οι S-400 έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια; Ή μήπως δώσατε εγγυήσεις στις ΗΠΑ ότι δεν θα τους χρησιμοποιήσετε ποτέ;" ρώτησαν βουλευτές του CHP, τονίζοντας την ειρωνεία του να βασίζεται ο εναέριος χώρος της Τουρκίας σε ένα νατοϊκό σύστημα -τους Patriot- που προσπάθησε να αντικαταστήσει.